Βερολίνο: Στάση δεύτερη

«Μισό καμπαναριό κι ένας Άγγελος»
Την εκκλησία του Κάιζερ, στο Βερολίνο, τη θυμάμαι από την ταινία, “Τα φτερά του έρωτα’’, του Βιμ Βεντερς.
Από εκείνον τον ασπρόμαυρο άγγελο με τα κλειδωμένα φτερά του, που περιπλανιόταν πάνω από το Βερολίνο σαν μια ύπαρξη καταδικασμένη να βλέπει, χωρίς να μπορεί να αγγίξει.
Από τότε δεν μπόρεσα ποτέ να τη σκεφτώ σαν ένα απλό κτίριο,
Την φανταζόμουν σαν έναν ναό, που κατοικούν άγγελοι.
Ή, σαν μια πληγή που έμεινε ανοιχτή μέσα στον χρόνο, σαν ένα σώμα χτυπημένο και τρωτό.
Από καιρό ήθελα να την επισκεφτώ. 
Και το έκανα. 
Με την πρώτη ματιά, συνειδητοποιείς πως ο μισογκρεμισμένος πύργος της στέκει ακόμη σαν μάρτυρας. 
Δεν υψώνεται περήφανα, αλλά, πονεμένα. 
Σαν να κράτησαν οι πέτρες του όσα δεν πρόλαβαν να πουν οι άνθρωποι, τον φόβο, τη συντριβή, τη νύχτα, τον ήχο του κόσμου που σπάει. 
Και ίσως γι’ αυτό συγκινεί τόσο βαθιά. 
Επειδή δεν κρύβει το τραύμα. Δεν το σκεπάζει. Το αφήνει ορατό, σαν μια πράξη μνήμης και σαν μια σιωπηλή άρνηση της λήθης.
Κάτω από αυτόν τον ουρανό πέρασε και η σκοτεινή ιστορία της Γερμανίας. Οι διώξεις, η Νύχτα των Κρυστάλλων, οι άνθρωποι που σημαδεύτηκαν, εξευτελίστηκαν, χάθηκαν, οι συναγωγές που κάηκαν, οι βιτρίνες που έσπασαν, οι ζωές που κομματιάστηκαν πριν ακόμη έρθει ο μεγάλος όλεθρος του πολέμου. Αν και η εκκλησία του Κάιζερ δεν ανήκει άμεσα σε εκείνη τη νύχτα, όμως στέκει σαν να τη θυμάται. Σαν να απορρόφησε μέσα της όλη τη βία μιας εποχής, που δίδαξε στον κόσμο πόσο εύκολα ο άνθρωπος μπορεί να γίνει ερείπιο,  πριν γίνει ερείπιο η πόλη του.
Τα παιδιά είναι δίπλα. Σε κοιτούν. Τι να πρωτοπείς και πώς. Ψελλίζεις λίγα λόγια, μόνο:
Πως…. ύστερα ήρθε ο πόλεμος και άφησε πάνω της το δικό του αποτύπωμα. Το καμπαναριό τραυματίστηκε, το σώμα της εκκλησίας άνοιξε στα δύο, και όμως οι Βερολινέζοι δεν την αποκατέστησαν. 
Δεν έκλεισαν τη ρωγμή. Την άφησαν εκεί, όρθια, για να θυμίζει πως υπάρχουν πληγές που γίνονται συνείδηση. 
Πως κάποια ερείπια δεν είναι σημάδια ήττας, αλλά αξιοπρέπειας. 
Ίσως γι’ αυτό η εκκλησία του Κάιζερ να είναι η πιο αντιπολεμική κραυγή στο Βερολίνο.
Γιατί κουβαλά κάτι βαθύτερο. 
Την αίσθηση ότι υπάρχουν υπάρξεις, τόποι, ψυχές που δεν σώζονται ολόκληρες. 
Που συνεχίζουν παρόλα αυτά να στέκονται. 
Ραγισμένες, εκτεθειμένες, ατελείωτες μέσα στη σιωπή τους. 
Και αυτή η όρθια ευθραυστότητα είναι μερικές φορές πιο συγκλονιστική και προτιμότερη από κάθε ακεραιότητα. 
Από κάθε αρχιτεκτονική τελειότητα.
Την αποχαιρετώ τραγουδώντας ασυναίσθητα:
«……με τον καιρό να ’ναι κόντρα, είναι τιμή να πετάς»
655970725_1998924758176237_1602891144331955403_n.jpg 38.13 KB