Έντεκα ολόκληρους μήνες κλεισμένο και στριμωγμένο σε μια χάρτινη κούτα στο υπόγειο.
Παραδίπλα, η φάτνη. Πάνω του ακριβώς, σε δυο άλλες κούτες, κάποια από τα στολίδια, τα πιο απλά. Και αριστερά, στο μεγάλο γωνιακό ράφι, που καταλαμβάνει δυο πλευρές του τοίχου, τ΄ άλλα στολίδια, τα υπέροχα, τα υπέρλαμπρα, τα ακριβά. Αυτά με τις χρυσές και ασημένιες τρέσες, τα ολοφώτεινα χρώματα, τα καμπανάκια, τα έλκηθρα, τα κρυστάλλινα αγγελάκια, τα εύθραυστρα, τα χειροποίητα. Τα τελευταία κείτονταν προσεκτικά αμπαλαρισμένα, σφιχτά, ασφυκτικά σχεδόν, πάνω σε μια μαλακή πράσινη τσόχα που κάλυπτε όλη τη βάση του μεγάλου τετράγωνου κουτιού.
Όλα, όμως, ήταν σιωπηλά, υπομονετικά και κάποτε δυστυχισμένα, καταχωνιασμένα. Περίμεναν την ώρα που θα δέχονταν το άγγιγμα, το χάδι, την αγκαλιά, τη ζεστασιά των ανθρώπινων χεριών. Αυτών που θα τα έφερναν στο φως, στις μυρωδιές, στο θόρυβο. Στην ίδια τη ζωή. Γιατί, τι κι αν ήταν αθάνατα; Ουσιαστικά, ζούσαν, μόνο, λίγες μέρες το χρόνο…
Τα ίδια ένιωθε και το Δέντρο. Ίσως και περισσότερα… Όμως, αν και κανείς δεν το καταλάβαινε, κανείς δεν το ήξερε, κανείς δεν το άκουγε, εκείνο, το Δέντρο είχε μιλιά, ψυχή και νου… Που ήταν ψεύτικο; Και τι;
Έτσι, πονούσε όταν με βία το έστηναν στο χώρο, το έβαζαν στη βάση του. Όταν με άγαρμπες και απότομες κινήσεις άνοιγαν τα κλαδιά του (που εκείνο τα νόμιζε φτερά), στην προσπάθεια τους να το μακρύνουν! Σφάδαζε όταν περνούσαν στον κορμό του σειρές από λαμπάκια, και γιρλάντες… Μόνο η χρυσή βροχή το χάιδευε..
Από την άλλη, δεν ένιωθε άνετα στο σημείο που το τοποθετούσαν. Στην άκρη του μικρού σαλονιού – καθιστικού, με τα ογκώδη έπιπλα, την τραπεζαρία και τη σερβάντα. Ήταν πολύ μεγάλο για το χώρο. Και ψηλό. Και χοντρό. Άσε, που καθώς ήταν κοντά στο τζάκι, ζεσταινόταν αφόρητα, σχεδόν καψαλιζόταν! Κι όμως! Έπρεπε να στέκεται εκεί ακριβώς. Και μάλιστα φορτωμένο με όλα εκείνα τα στολίδια, τα δεκάδες, τα όμορφα, τ΄ άσχημα, τα μισοσπασμένα, τ΄αγαπημένα, τα ελαφρά, τα βαρύτερα, τα κακομούτσουνα, τα ψυχρά, τα παιχνιδιάρικα, τα γελαστά και τα κακομαθημένα. Συχνά, τ΄άκουγε να τσουγκρίζουν μεταξύ τους, να μαλώνουν σχεδόν, για το ποιο θα φανεί, θα πρωταγωνιστήσει, θα λάμψει, θα στροβιλίσει στο πράσινο κλαδί. Τα δε πίσω στολίδια, τα αθέατα, παραπονιούνται μέρα νύχτα. Ακούει ολημερίς το μουρμουρητό και το κλάμα.
Κι οι μέρες περνούν…
Η στενότητα του χώρου δημιουργεί κι άλλα προβλήματα. Όσο κι αν θέλει το Δέντρο να δείχνει πιο ανάλαφρο – παρά το βάρος και τον όγκο – πιο ντελικάτο, τρέμει κάθε φορά που περνούν δίπλα του μέλη της οικογένειας, φίλοι κι επισκέπτες. Ας αφήσουμε και το σκύλο του σπιτιού που είναι μόνιμη απειλή! Σχεδόν, κρατάει την ανάσα του για να μη γίνει ζημιά!
Κι όμως, ενώ το ίδιο καταβάλλει τόση προσπάθεια, πόσο πληγώνεται όταν τα ανθρώπινα μάτια θαυμάζουν αποκλειστικά τα στολίδια, όταν στέκονται μόνο σε αυτά… Όταν τα χέρια αγγίζουν τον ντελικάτο κρυστάλλινο άγγελο στην 3η σειρά από πάνω και καμαρώνουν την κομψότητά του. Όταν τα παιδιά που το πλησιάζουν και το ζεσταίνουν με την ανάσα τους, χαζεύουν το στολίδι - κοριτσάκι με το αστέρι στα μαλλιά. Ή τη βαριά βελούδινη βαθυκόκκινη μπάλα….Ή την χρυσοποίκιλτη κορώνα στην κορυφή… Ή... Ή…Ή...
Οι πάντες θαυμάζουν τα στολίδια, σκέφτεται. Κανείς το ίδιο το δέντρο. Εκείνο γυμνό, είναι άσχημο, άχαρο, θαμπό, άχρωμο, ψεύτικο κι αγκαθωτό. Μόνο του, δε θα δεχόταν από κανέναν ούτε χάδι, ούτε άγγιγμα, ούτε θαυμασμό… Μακάρι να ήταν αληθινό! Να είχε άρωμα και ρίζες και ζωή! Να ζούσε στο δάσος! Κι όχι να είναι ψεύτικο, μια απλή απομίμηση … δέντρου. Κι επιτέλους, τι το παραφόρτωναν; Ας το άφηναν ήσυχο, ανάλαφρο, να φαίνεται κι εκείνο το καημένο, να μπορεί κάπου κάπου ν΄ αναπνέει, να αντέχει, να μη γεράσει γρήγορα και πεθάνει…
Παρ΄ όλα αυτά στέκει εκεί αγέρωχο, εκθαμβωτικό, τεράστιο στο μικρό σαλόνι. Αποτελεί, θέλει δε θέλει, μέρος της γιορτής, της χαράς, των Χριστουγέννων.
Αυτά σκέφτεται όταν ξαφνικός αέρας ανοίγει την μπαλκανόπορτα! Θροϊζει δυνατά η κουρτίνα, αγγίζει και συνεπαίρνει τα κλαδιά και τα στολίδια. Τρομάζει το Δέντρο, πως θα πέσει! Θα σπάσει! Κι εκεί ακριβώς, μες στο πανηγύρι του αέρα που συνεπήρε το δωμάτιο, η μικρή, σοφή, παλιά καμπανούλα -πολύτιμο δώρο αγαπημένης μορφής - καμπανίζει και του λέει τραγουδιστά:
« ‘Ε, Δέντρο! Τι ανώφελες σκέψεις είναι αυτές! Ως το πιο παλιό και πολύτιμο στολίδι, σου λέω πως δεν είσαι μέρος της γιορτής. Είσαι η γιορτή! Είσαι η Ψυχή! Είσαι η φλέβα της Χαράς! Είσαι τα ίδια τα Χριστούγεννα! Χωρίς εσένα, δε λάμπουμε, δε χορεύουμε, δεν καμαρώνουμε, δεν υπάρχουμε! Άσε, λοιπόν, τους συναισθηματισμούς και στάσου περήφανο ! Και Φώτιζε! Φώτιζε μας βαθιά! »
Και αφού μίλησε, κούρνιασε στη σκληρή πλαστική φυλλωσιά του κλαδιού κι αποκοιμήθηκε…
Καλά Χριστούγεννα!