‘’Δεν υπάρχει καθαρό φως. Μόνο, φως που θυμάται’’ Στην ιστορία της φωτογραφίας, το ασπρόμαυρο υπήρξε η πρώτη γλώσσα. Αυστηρή και ποιητική, λιτή, αλλά, ανοιχτή σε…άπειρες αποχρώσεις. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι, για μένα, μια γλώσσα χωρίς περισπασμούς. Το γκρι φάσμα της, καθαρίζει, μ΄έναν τρόπο το βλέμμα, κι έτσι οι μορφές αποκτούν βάρος, οι σκιές βάθος, το φως χαρακτήρα. Εκεί, δεν υπάρχει το έντονο χρώμα για να σε παρασύρει, μόνο η ουσία, η σιωπή και η αποτύπωση της στιγμής. Αγαπώ την ασπρόμαυρη γιατί μοιάζει με μνήμη και όνειρο, ταυτόχρονα. Κρατά το πραγματικό, αλλά, το μεταμορφώνει, αφήνοντας χώρο στη φαντασία. Κάθε φωτογραφία μοιάζει με μια ανάσα που μένει, πιο αληθινή από το ίδιο το παρόν, πιο ζωντανή, πιο νέα κι ας είναι παλιά. Ναι, το ασπρόμαυρο ανοίγει το συναίσθημα, χωρίς να το ορίζει. Έχει νοσταλγία και μνήμη, αφού, με κάποιο τρόπο παραμένει αόριστα άχρονη, χωρίς εποχή, και φωτίζει, όχι το τώρα, μα, το πάντα. Από την άλλη, η ασπρόμαυρη, σε μαθαίνει να διαβάζεις σωστά το φως: ο συννεφιασμένος καιρός είναι ιδανικός για πορτραίτα, αλλά, όχι για τοπία. Αν βέβαια, το σκεφτεί κανείς καλύτερα, το ασπρόμαυρο δεν αποτυγχάνει στα τοπία, απλώς αρνείται να τα ωραιοποιήσει. Να τα φτιασιδώσει. Τα αφήνει στην απόλυτη σιωπή. Αφαιρώντας το χρώμα από τις φωτογραφίες, γίνεται ευκολότερη η πρόσβαση στο «πνευματικό», στο «ουσιαστικό», που βρίσκεται στην εικόνα. Μπορεί πιο εύκολα να δει κανείς τους όγκους, τις σκιές, αλλά, και όλες τις μικρές λεπτομέρειες. Εντέλει, η φωτογραφία, μέσα από την αφαίρεση των χρωμάτων, αποκτά δύναμη και απεικονιστική καθαρότητα. Το χρώμα, με κάποιο τρόπο, αποσπά από το θέμα, καθώς αποτελεί το ίδιο αυθύπαρκτο σώμα, μέσα στην εικόνα. Αντίθετα, το ασπρόμαυρο είναι μια διαμάχη μεταξύ διαφορετικών διαβαθμίσεων φωτός και σκιάς. Αληθινά, είναι διαμάχη, σύγκρουση και απόφαση. Γιατί δείχνει τον άνθρωπο χωρίς χρώμα, φωτίζει το σκοτάδι χωρίς φόβο, στέκεται απέναντι στην ιστορία με γενναία ματιά. ‘Ετσι, στάθηκε και η Lee Miller, to 1945, στο Μόναχο. Είχε μόλις φωτογραφίσει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τη φρίκη σε απόλυτο και καθαρό φως. Κι ύστερα, μπήκε στο διαμέρισμα του Χίτλερ. Στον πιο ιδιαίτερο, προσωπικό χώρο του. Άφησε αυθάδικα τις μπότες της, βουτηγμένες στη λάσπη της Ιστορίας, στο χαλί του. Γδύθηκε και μπήκε στην μπανιέρα του.
Τότε, ο φωτογράφος David Scherman πάτησε το κλικ.
Ο Χίτλερ, εγκλωβισμένος πια σ΄ ένα πορτρέτο στον τοίχο, την παρακολουθεί ανήμπορος.
Η φωτογραφία πια, δεν είναι μόνο πράξη, είναι μαρτυρία.
Η γυναίκα που ξεκίνησε ως μοντέλο του Man Ray, μπαίνει στο ίδιο το σώμα της ιστορίας και την ξαναγράφει. Το λουτρό μετατρέπεται σε σκηνή εξιλέωσης, όχι για εκείνη, αλλά, για όλον τον κόσμο. Κι έτσι, αυτή η φωτογραφία είναι μια ειρωνεία κι ένα μνημόσυνο μαζί. Μ΄ ένα φως που δεν στολίζει, μα εξιλεώνει. Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, η φωτογραφία της Miller επιστρέφει σαν καθρέφτης μας και γίνεται πιο σύγχρονη από ποτέ. Μας θυμίζει ότι το κακό δεν μοιάζει πάντα μακρινό ούτε τελειώνει με την πτώση μιας σημαίας. Υπάρχει δίπλα μας. Στη βία, στην προπαγάνδα, στους μηχανισμούς εξουσίας, που παρελαύνουν στις φωτεινές οθόνες μας. Κι όμως εδώ, μια γυναίκα κάθεται γυμνή στο κέντρο της ιστορίας και αναμετράται με την αλήθεια και την φρίκη της. Μια φρίκη που υπάρχει και σήμερα. Αντέχουμε να την δούμε κατάματα, σαν εκείνο το μελαχρινό κορίτσι της φωτογραφίας; Με ψυχή και τόλμη;