΄΄Την παιδική μου φίλη την είδα, ξαφνικά, να στέκει και να με κοιτά...΄΄
Η φωνή του Σαββόπουλου άνοιξε ρωγμή στη μνήμη και βρέθηκα μπροστά σε μια πόρτα κλειστή.
Την άνοιξα μεμιάς.
Η Αννούλα, η παιδική μου φίλη, στεκόταν εκεί, στην αυλή της, στα Πετράλωνα.
Κοντούλα, ευλύγιστη, με καστανό ατίθασο μαλλί, γελούσε και μου έκλεινε το μάτι.
Εκείνη εκεί, οχτώ χρονών, κι εγώ εδώ, ....εκατόν οκτώ!
Μα, τι μου λέει; Τι θέλει; Γιατί με κοιτά;
Έχω να της μιλήσω χρόνια, δεν ξέρει τη ζωή μου, τον δρόμο μου.
Κι όμως, αναγνωρίζω τη μυρωδιά της, έστω κι αν μας χωρίζουν δεκαετίες.
Θυμάμαι τη φωνή της, λες κι είναι φυλαγμένος θησαυρός στο συρτάρι του μυαλού μου.
Μα, τι θέλει να μου πει;
Ψάχνω καλύτερα με το βλέμμα..
Βρε, λες να είμαι κι εγώ κάπου εκεί δίπλα της;
Ναι, να ένα μικρό, καστανόξανθο κορίτσι, ντροπαλό, που συνήθως γέρνει το κεφάλι του στα δεξιά, στέκει και με κοιτά κατάματα.
Ή, μήπως όχι; Δεν με βλέπει.
Το τραγούδι συνεχίζει:
΄΄ ...Αγάλματα κομμάτια, τα μάτια της τα δυο,
λησμονημένες πόλεις, ναυάγια στον βυθό...΄΄
Και όσο τραγουδά, τόσο καθαρίζει η εικόνα.
Βλέπω τα δυο παιδιά να πιάνονται χέρι-χέρι και να τρέχουν γύρω από τον γέρικο ευκάλυπτο της μικρής αυλής και να γελούν δυνατά.
Το παιδικό τους γέλιο ζεσταίνει την ψυχή μου. Βάλσαμο!
Τις βλέπω πάνω σε μια στριφογυριστή σκάλα, να κάθονται στα σκαλάκια και να ψιθυρίζουν λόγια και όνειρα.
Μετρώ τα όνειρά τους.
Όχι, τελικά, δεν μπορώ να τα μετρήσω. Δεν τελειώνουν.
Φτάνουν στ’ αυτιά μου σαν γλυκιά προσευχή.
Θυμάμαι κάποια απ’ αυτά.
Μα, τι στο καλό, λογαριάζαμε πως θα κάνουμε στη ζωή μας;
Σκέφτομαι τι θα μπορούσε να είχε γίνει αν εκείνο...., αν αυτό...., αν το άλλο....
Τα κοριτσάκια σηκώνονται, στρώνουν τα παντελονάκια τους και ανεβαίνουν τρέχοντας τη σκάλα.
Πάνε προς τη μικρή ταράτσα που βλέπει καθαρά στον μεγάλο δρόμο μπροστά από το σπίτι.
Ακουμπώ μαζί τους το παγωμένο τσιμέντο.
Τρία χέρια μαζί: το ένα μεγάλο, ελαφρά ρυτιδωμένο, αγγίζει και αγκαλιάζει τις δυο μικρές χουφτίτσες.
Νιώθω τη ζεστασιά τους.
Τραγουδούν. Σιγοτραγουδώ κι εγώ μαζί τους.
Όχι τη δική τους μελωδία, τη δική μου.
Αυτή που με οδήγησε στο όνειρο.
΄΄ ...Για πες μου, μήπως ξέρεις, γι΄ αυτή, που σου μιλώ, Άννα το όνομά της το μικρό...΄΄
Πλησιάζω την Αννούλα, τη χαϊδεύω νοερά, ενώ εκείνη βγάζει τη γλώσσα και κοροϊδεύει έναν δύστυχο περαστικό.
Και η εικόνα σιγά-σιγά απομακρύνεται.
Σβήνει. Ξεθωριάζει.
Κλείνω τα μάτια.
Το τραγούδι συνεχίζει.
Τη βλέπω να κατεβαίνει, να στέκεται στο σκαλί
και να χάνεται για πάντα
στον κόσμο της βοής.
Αχ, Αννούλα,
πότε χώρισαν οι δρόμοι μας κι ούτε που το καταλάβαμε;
Σαν να φύγαμε μια μέρα από την αυλή
και να μην ξαναγυρίσαμε ποτέ.
Και ξέρεις κάτι;
Ίσως εκείνη τη μικρή, τετράγωνη αυλή
να έψαχνα σε όλες τις φιλίες που αγάπησα μετά.
Όχι τους ανθρώπους,
τον τρόπο.
Τον χώρο που χωρούσε δυο παιδιά
που έψαχναν ουρανό,
χωρίς εξηγήσεις,
χωρίς άμυνες,
χωρίς φόβο
μήπως τελειώσει.
Έναν χώρο να αφήνεις το γέλιο σου κάτω απ’ τον ήλιο
και να μην το μαζεύεις βιαστικά.
Μια αυλή ελευθερίας,
όχι στη μνήμη,
μα στη ζωή που δεν έγινε.
Άννα, να είσαι καλά, όπου κι αν σε πήγε ο χρόνος.
Μακάρι να σε κρατά απαλά,
σαν παιδικό χάδι,
σαν την πρώτη, αθώα μορφή της αγάπης.
Και, το πιο άδικο απ’ όλα, Αννούλα,
είναι πως δεν σε έχασα.
Σε άφησα.
(Στην Άννα)