΄Μαρμελάδα βερίκοκο' της Γιούλης Χρονοπούλου


Έλα, πουλάκι μου, να σου αλείψω το ψωμί με μαρμελάδα. Έλα, είναι η αγαπημένη σου. Βερίκοκο, από τις βερικοκιές του κήπου.

Οι ρίζες της βερικοκιάς χαράζουν μέσα μου έναν χάρτη. Εισχωρούν με τη φωνή της μαμάς μου, με την εικόνα της να βράζει τα βερίκοκα, να ξαφρίζει με την τρυπητή κουτάλα τον αφρό, να δένει την υφή, να γεμίζει τα βάζα με αυτό τον λαμπερό πορτοκαλή πολτό, να τον γεύομαι όταν κρυώσει. Οι ρίζες της βερικοκιάς χαράζουν μέσα μου έναν χάρτη για να μη χαθώ. 

Έλα πουλάκι μου, σ’ αρέσει; Τα κατάφορτα κλαδιά της βερικοκιάς εισβάλλουν μέσα μου, γίνονται πορτοκαλί ποτάμι, βάφουν τα αγγεία, βάφουν τις μνήμες, βάφουν τις λέξεις. Μαρμελάδα βερίκοκο, η γεύση της μαμάς. Οι μνήμες καρποί. 

*

Το βάζο είναι εκεί, μισοτελειωμένο στο ψυγείο. Το βλέπω μπροστά μου κάθε που το ανοίγω. Μαρμελάδα βερίκοκο. Δεν την αγγίζω. Πρέπει να μείνει εκεί, πρέπει με κάθε τρόπο να διατηρηθεί. Τη βλέπω κάθε μέρα. Σιγά σιγά αρχίζει να σκληραίνει. Δε μουχλιάζει. Πετρώνει. Δεν την αγγίζω. Δεν μπορώ. Δεν θέλω. Περνάνε μήνες, περνάει χρόνος κι άλλος χρόνος. Πετρώνει στο χρόνο. Δεν θα τη φάω. Πρέπει να μείνει εκεί. Ή μήπως να τη φάω; Σαν μια τελευταία γεύση από τη μαμά; Σαν μυρωδιά από τη μαμά; Σαν εικόνα από τη μαμά; Σαν πετρωμένη ανάμνηση;

Έλα, μαμά, έλα πίσω να μου φτιάξεις μαρμελάδα. Τελειώνει, μαμά. 

 

Γιούλη Χρονοπούλου