Ιστορίες Μουντιάλ-1η, «Σώκρατες — Το πρώτο μου Μουντιάλ»

741481509_2093951028673609_8468048929369260003_n.jpg 31.63 KB
Η πρώτη μου επαφή με το Μουντιάλ ήρθε μέσα από τα μάτια της μεγάλης μου αδελφής, της Μαρίας.
Τη θυμάμαι να υποστηρίζει με πάθος τη Βραζιλία και, περισσότερο απ’ όλους, έναν ψηλόλιγνο ποδοσφαιριστή της. Τον Σώκρατες.
Ήμουν μικρή τότε. Κοιτούσα με τρομερή έκπληξη την αδελφή μου να παθιάζεται τόσο πολύ με έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβω, συγκράτησα εκείνο το παράξενο όνομα και εκείνη τη μορφή.
Και τι μορφή!
Ψηλός, λιγνός, με μακριά σγουρά μαλλιά, πυκνά γένια και μια κορδέλα δεμένη γύρω από το κεφάλι. Το σώμα του μακρύ, σχεδόν εύθραυστο. Έμοιαζε περισσότερο με ποιητή που είχε βρεθεί κατά λάθος στο γήπεδο παρά με ποδοσφαιριστή.
Και δεν τον ξέχασα ποτέ.
Ακόμη και σήμερα, αν μου πεις Βραζιλία, δεν θα σκεφτώ πρώτα ούτε τον Ρονάλντο ούτε τον Ροναλντίνιο. Ούτε τον Ριβάλντο, τον Νεϊμάρ ή τον Βινίσιους.
Εγώ, τον Σώκρατες θυμάμαι.
Την ιστορία του πρώτου μου Μουντιάλ.
Ήταν 5 Ιουλίου του 1982. Απέναντι στην Ιταλία, η Βραζιλία του Ζίκο, του Φαλκάο, του Σερέζο και του Σώκρατες χρειαζόταν μια ισοπαλία για να συνεχίσει.
Ήταν μια ομάδα φτιαγμένη για να επιτίθεται. Να παίζει. Να δημιουργεί. Μια ομάδα που έμοιαζε να πιστεύει ότι η ομορφιά του παιχνιδιού θα ήταν πάντα αρκετή.
Δεν ήταν.
Εκείνο το απόγευμα η Ιταλία προηγήθηκε.
Ο Σώκρατες ισοφάρισε.
Η Ιταλία προηγήθηκε ξανά.
Ο Φαλκάο ισοφάρισε.
Το 2–2 αρκούσε στη Βραζιλία.
Κι όμως, εκείνη συνέχισε να παίζει όπως ήξερε.
Ώσπου ο Πάολο Ρόσι σκόραρε για τρίτη φορά.
3–2.
Η Βραζιλία αποκλείστηκε.
Δεν πήρε ποτέ εκείνο το Παγκόσμιο Κύπελλο. Κι όμως, περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες αργότερα, μιλάμε ακόμη για εκείνη την ομάδα.
Ίσως γιατί υπάρχουν νίκες που τελειώνουν με το τελευταίο σφύριγμα.
Και υπάρχουν ήττες που μένουν.
Χρόνια αργότερα έμαθα ότι ο Σώκρατες που θυμόμουν από τα παιδικά μου χρόνια ήταν κάτι περισσότερο από ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής.
Γιατρός. Αναγνώστης. Πολιτικοποιημένος και ανήσυχος. Κάπνιζε, έπινε, ξενυχτούσε. Έμοιαζε να μην ταιριάζει σε καμία από τις εικόνες που έχουμε για έναν μεγάλο αθλητή.
Στο γήπεδο, όμως, ήταν ένας από τους ευφυέστερους ποδοσφαιριστές της εποχής του. Έπαιζε με το κεφάλι ψηλά, με ακρίβεια και απλότητα. Διάβαζε το παιχνίδι γρήγορα και είχε κάνει το τακουνάκι σχεδόν προσωπική του υπογραφή.
Στην Corinthians έγινε ηγετική μορφή ενός παράξενου, για τα δεδομένα του ποδοσφαίρου, πειράματος.
Οι παίκτες αποφάσισαν ότι ήθελαν να έχουν λόγο σε όσα αφορούσαν την ομάδα και τη ζωή τους μέσα σε αυτή. Ψήφιζαν για τις ώρες της προπόνησης, για τις συγκεντρώσεις πριν από τους αγώνες, ακόμη και για τον τρόπο που θα ταξίδευαν. Η ψήφος του αρχηγού είχε την ίδια αξία με την ψήφο κάθε άλλου μέλους της ομάδας.
Το ονόμασαν Democracia Corinthiana.
Και η λέξη είχε βάρος.
Η Βραζιλία ζούσε ακόμη κάτω από στρατιωτική δικτατορία. Ο Σώκρατες και οι συμπαίκτες του χρησιμοποίησαν τη φωνή και τη δημοτικότητά τους για να μιλήσουν δημόσια για τη δημοκρατία και τις ελεύθερες εκλογές.
Ενώ μια ολόκληρη χώρα προσπαθούσε να ξαναβρεί τη δημοκρατία, μια ποδοσφαιρική ομάδα την έκανε πράξη στα αποδυτήριά της.
Το όνομά του το είχε διαλέξει ο πατέρας του. Ένας άνθρωπος που αγαπούσε τα βιβλία και τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους.
Σώκρατες.
Σαν να ήξερε.
Πέθανε το 2011, μόλις 57 ετών.
Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά από εκείνο το καλοκαίρι, η Βραζιλία έφυγε ξανά νωρίς από ένα Μουντιάλ.
Κι εγώ γύρισα, χωρίς να το περιμένω, πολλά χρόνια πίσω.
Σε ένα όνομα που είχε μείνει στη μνήμη μου από παιδί.
Σώκρατες.
Ένας ποδοσφαιριστής που έμοιαζε με ποιητή και ένας άνθρωπος που πίστεψε ότι η δημοκρατία μπορούσε να αρχίσει ακόμη κι από ένα αποδυτήριο.
Ίσως γιατί το πρώτο μας Μουντιάλ δεν είναι πάντα αυτό που παρακολουθήσαμε.
Είναι εκείνο που κάποιος μας έμαθε να αγαπάμε.
Για τη Μαρία μου
Που τον αγάπησε πρώτη.