Ιστορίες Μουντιάλ —3 «Λεβ Γιασίν: Η Μαύρη Αράχνη»

745334135_2096393598429352_6005448047200617137_n.jpg 26.95 KB
Ο τερματοφύλακας είναι ίσως ο πιο μοναχικός άνθρωπος του γηπέδου.
Οι άλλοι κινούνται μαζί. Ανταλλάσσουν πάσες, φωνές, βλέμματα. Εκείνος στέκεται λίγο πιο πίσω.
Περιμένει.
Μπροστά του απλώνεται ολόκληρο το γήπεδο.
Και κάποια στιγμή, όλο αυτό το πλήθος, όλη αυτή η κίνηση, όλος ο θόρυβος, θα έρθει κατά πάνω του.
Ο Λεβ Γιασίν ήξερε να περιμένει.
Γεννήθηκε στη Μόσχα το 1929, σε μια οικογένεια εργατών. Όταν ο πόλεμος έφτασε στη Σοβιετική Ένωση, ήταν ακόμη παιδί. Στα δώδεκά του χρόνια βρέθηκε να εργάζεται σε εργοστάσιο για τις ανάγκες του πολέμου.
Πριν από τα μεγάλα στάδια είχε γνωρίσει έναν άλλο κόσμο.
Μηχανές.
Μέταλλο.
Βάρδιες.
Κρύο.
Ύστερα ήρθε η μπάλα.
Άρχισε να παίζει στην ομάδα του εργοστασίου και κάποιος τον πρόσεξε. Αυτόν τον ψηλό νεαρό με το δυνατό σώμα, τους φαρδιούς ώμους και τα μακριά χέρια.
Αργότερα, όταν στεκόταν μπροστά στην εστία, έμοιαζε ακόμη μεγαλύτερος.
Γέμιζε τον χώρο.
Ντυμένος πάντα στα μαύρα, με τους πλατιούς ώμους, τα μακριά χέρια και το επιβλητικό του σώμα να απλώνεται από δοκάρι σε δοκάρι, έδινε την εντύπωση πως η εστία μίκραινε.
Σαν τα χέρια του να μάκραιναν την τελευταία στιγμή.
Σαν να φύτρωναν κι άλλα.
Γι’ αυτό τον ονόμασαν «Η Μαύρη Αράχνη».
Κάποιοι τον αποκαλούσαν και «Μαύρο Πάνθηρα».
Ο Γιασίν βρέθηκε στην Ντιναμό Μόσχας.
Η αρχή του είχε δυσκολίες. Έκανε λάθη, έχασε τη θέση του και για ένα διάστημα στράφηκε στο χόκεϊ επί πάγου. Στάθηκε και εκεί μπροστά σε μια εστία.
Ίσως, τελικά, αυτός να ήταν ο τόπος του.
Να στέκεται στο τελευταίο όριο.
Ανάμεσα στην μπάλα και στο τέρμα.
Ανάμεσα στην αγωνία και στην ανακούφιση.
Επέστρεψε στο ποδόσφαιρο και άλλαξε τη θέση του τερματοφύλακα για πάντα.
Ως τότε ο τερματοφύλακας περίμενε τη φάση να φτάσει σε εκείνον.
Ο Γιασίν έβγαινε μπροστά.
Καθοδηγούσε την άμυνα.
Διάβαζε το παιχνίδι.
Και όταν κρατούσε την μπάλα στα χέρια του, η επόμενη επίθεση ξεκινούσε ήδη.
Έπαιξε στα Μουντιάλ του 1958, του 1962 και του 1966.
Ήταν μια μεγάλη εποχή για το σοβιετικό ποδόσφαιρο.
Και ο Γιασίν έγινε η εμβληματικότερη μορφή του.
Το 1963 κέρδισε τη Χρυσή Μπάλα.
Παραμένει μέχρι σήμερα ο μοναδικός τερματοφύλακας που έχει τιμηθεί με αυτήν.
Όχι μόνο επειδή απέκρουε την μπάλα.
Αλλά επειδή άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο βλέπαμε τον άνθρωπο κάτω από τα δοκάρια.
Του έδωσε κίνηση.
Φωνή.
Παρουσία.
Τον έφερε από το βάθος της εικόνας στο κέντρο της.
Η ζωή, βέβαια, γνωρίζει παράξενες ειρωνείες.
Στο Μουντιάλ του 1962 δέχτηκε σκληρή κριτική. Πολλοί πίστεψαν πως η μεγάλη εποχή του είχε τελειώσει.
Έναν χρόνο αργότερα κρατούσε τη Χρυσή Μπάλα.
Ίσως γιατί η τέχνη του τερματοφύλακα κρύβει μέσα της κάτι από την ίδια τη ζωή.
Πέφτεις.
Το σώμα ακουμπά στο χώμα.
Και σχεδόν αμέσως σηκώνεσαι.
Η επόμενη μπάλα έρχεται ήδη.
Όταν σκέφτομαι τον Λεβ Γιασίν, βλέπω ένα παλιό, ασπρόμαυρο γήπεδο.
Τις κερκίδες γεμάτες.
Τους ποδοσφαιριστές να τρέχουν κάπου μακριά.
Και στην άλλη άκρη, έναν ψηλό άντρα ντυμένο στα μαύρα.
Μόνο του.
Ήρεμο.
Με τα μεγάλα του χέρια χαμηλά και το βλέμμα καρφωμένο στην μπάλα.
Περιμένει.
Σε λίγο θα πέσει.
Σε λίγο θα σηκωθεί.
Και για μια στιγμή, ολόκληρο το γήπεδο θα στραφεί προς εκείνον.
Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν γίνονται θρύλοι μόνο για όσα έκαναν.
Γίνονται γιατί, μετά από αυτούς, τίποτε δεν είναι πια το ίδιο.
Σήμερα, η χώρα που διαδέχθηκε τη Σοβιετική Ένωση απουσιάζει από το Μουντιάλ.
Οι λόγοι ανήκουν στην Ιστορία και στην πολιτική.
Οι μεγάλοι αθλητές, όμως, ανήκουν στη μνήμη.
Και ο Λεβ Γιασίν εξακολουθεί να στέκεται εκεί, ντυμένος στα μαύρα, στην πιο μοναχική θέση του γηπέδου, θυμίζοντάς μας πως το ποδόσφαιρο μπορεί να αλλάζει εποχές, αλλά δεν ξεχνά ποτέ τους ανθρώπους που το άλλαξαν.
(Στον Γιάννη μου, που μια μέρα με ρώτησε: «Γιατί δεν γράφεις για τον Γιασίν;» Έτσι τον έμαθα)