Ιστορίες Μουντιάλ — 2, Γκαρίντσα : «Η Χαρά του Λαού»
images (10).jpeg46.38 KB Τον έλεγαν Μανουέλ Φρανσίσκο ντος Σάντος.
Ο κόσμος όμως τον έμαθε ως Γκαρίντσα.
Έτσι έλεγαν ένα μικρό πουλί της Βραζιλίας. Έτσι τον φώναζε από παιδί η αδελφή του.
Και, παράξενα, έτσι ακριβώς έμελλε να παίζει.
Ανάλαφρα. Ατίθασα. Σχεδόν σαν να ήταν αδύνατο να τον πιάσεις.
Γεννήθηκε το 1933 στο Πάου Γκράντε, μια φτωχή εργατική περιοχή κοντά στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Η οικογένειά του ήταν φτωχή. Ο ίδιος δούλεψε από μικρός σε εργοστάσιο υφαντουργίας και έπαιζε στην ομάδα του εργοστασίου.
Το σώμα του έμοιαζε να έχει γεννηθεί με μια ιδιοτροπία. Η σπονδυλική του στήλη είχε παραμόρφωση. Το ένα πόδι του ήταν κοντύτερο από το άλλο. Τα γόνατά του έγερναν σε διαφορετικές κατευθύνσεις.
Ένα σώμα που κανείς δεν θα σχεδίαζε για ποδοσφαιριστή.
Κι όμως.
Αυτό το σώμα έγινε ένα από τα μεγαλύτερα θαύματα που γνώρισε το ποδόσφαιρο.
Το ταλέντο του ήταν από εκείνα που δύσκολα εξηγούνται. Το σώμα του έμοιαζε να υπακούει σε δικούς του νόμους και η μπάλα να τους γνωρίζει.
Θεωρήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους ντριμπλέρ στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Για κάποιους, ο μεγαλύτερος.
Μα η ντρίμπλα του δεν ήταν επίδειξη.
Ήταν παιχνίδι.
Πείραγμα.
Σκανταλιά.
Περνούσε τον αντίπαλο και κάποιες φορές γύριζε πίσω, σχεδόν σαν να τον περίμενε, μόνο και μόνο για να τον περάσει ξανά.
Οι θεατές γελούσαν.
Οι αμυντικοί λιγότερο.
Ο Γκαρίντσα δεν έπαιζε σαν άνθρωπος που γνώριζε πόσο σπουδαίος ήταν. Έπαιζε σαν παιδί που είχε βρει μια μπάλα και δεν ήθελε ακόμη να γυρίσει σπίτι.
Το 1958 βρέθηκε στο Μουντιάλ της Σουηδίας δίπλα σε ένα αγόρι μόλις δεκαεπτά ετών.
Τον Πελέ.
Ήταν η συνάντηση δύο εντελώς διαφορετικών ιδιοφυϊών.
Ο Πελέ έμελλε να γίνει ο βασιλιάς του ποδοσφαίρου.
Ο Γκαρίντσα έμοιαζε να μη θέλει να γίνει βασιλιάς κανενός.
Ήθελε μόνο την μπάλα στα πόδια του.
Και έναν αμυντικό απέναντί του.
Η Βραζιλία κατέκτησε το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας της.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, στο Μουντιάλ της Χιλής, όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα στον Πελέ.
Ώσπου ο Πελέ τραυματίστηκε.
Και τότε ο Γκαρίντσα βγήκε μπροστά.
Δεν έμοιαζε με αρχηγό. Δεν έμοιαζε με τον άνθρωπο που θα σήκωνε μια ολόκληρη χώρα στους ώμους του.
Κι όμως, αυτό έκανε.
Για λίγες εβδομάδες ο άνθρωπος που έπαιζε σαν παιδί έγινε ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου.
Η Βραζιλία κατέκτησε ξανά το Παγκόσμιο Κύπελλο.
Και ο Γκαρίντσα έγινε η «Alegria do Povo».
«Η Χαρά του Λαού».
Ίσως γιατί δεν έκανε μόνο τους ανθρώπους να θαυμάζουν.
Τους έκανε να χαμογελούν.
Ο Γκαρίντσα δεν ήταν ένας εύκολος άνθρωπος.
Δεν ήταν ο τακτοποιημένος ήρωας που θα μπορούσε αργότερα να χωρέσει εύκολα σε μια ωραία βιογραφία.
Η ζωή του ήταν γεμάτη αντιφάσεις.
Αγαπούσε τις γυναίκες, το ποτό, τη νύχτα. Έκανε πολλούς δεσμούς και απέκτησε πολλά παιδιά. Για χρόνια έζησε μια θυελλώδη σχέση με την Έλζα Σοάρες, μία από τις σημαντικότερες τραγουδίστριες της Βραζιλίας.
Το αλκοόλ υπήρχε στη ζωή του από νωρίς.
Και σιγά σιγά άρχισε να παίρνει τη θέση της μπάλας.
Ήρθαν τα ατυχήματα. Οι απώλειες. Τα οικονομικά προβλήματα. Η μοναξιά.
Ο άνθρωπος που μέσα στο γήπεδο μπορούσε να ξεφύγει από όλους δεν κατάφερε τελικά να ξεφύγει από τον ίδιο του τον εαυτό.
Πέθανε το 1983.
Ήταν μόλις σαράντα εννέα ετών.
Και υπάρχει κάτι βαθιά τραγικό στην ιστορία του Γκαρίντσα.
Σαν να άφησε την προσπάθειά του στη μέση.
Σαν να πρόδωσε, πρώτα απ’ όλους, τον ίδιο του τον εαυτό. Ύστερα την μπάλα που τον είχε διαλέξει. Και, με έναν τρόπο, εκείνη τη Βραζιλία που τον είχε ονομάσει «Η Χαρά του Λαού».
Ίσως όμως οι άνθρωποι να του συγχώρεσαν τα πάντα.
Γιατί στην κηδεία του ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν οι άνθρωποι που κάποτε είχε κάνει να γελάσουν.
Και στον τάφο του έμεινε η φράση που ίσως λέει όλη την ιστορία:
«Εδώ αναπαύεται εκείνος που υπήρξε η Χαρά του Λαού».
Κι εγώ θέλω να τον θυμάμαι λίγο πριν από την πτώση.
Στη δεξιά πλευρά ενός γηπέδου.
Με την μπάλα στα πόδια.
Έναν αμυντικό απέναντί του.
Και ολόκληρο το γήπεδο να περιμένει, σχεδόν χαμογελώντας, να δει από πού θα περάσει αυτή τη φορά.