(Μικρό χρονικό πριν τη σιωπή)
Στρογγύλη Νήσος, 1600 π. Χ. (περίπου)
Το σπίτι ήταν δροσερό, χτισμένο με πέτρα και πηλό.
Στους τοίχους κρεμόντουσαν υφαντά, βαμμένα με ώχρα και κρόκο.
Στο πάτωμα, λίγη στάχτη από τη χτεσινή φωτιά, κι ένα παιδικό αποτύπωμα ποδιού, ξεχασμένο στο χώμα.
Η γυναίκα σηκώθηκε νωρίς.
Φόρεσε το λινό της φόρεμα, και το έδεσε στους ώμους με μικρές περόνες.
Τα μαλλιά της ήταν πλεγμένα και στερεωμένα με ένα κόκκινο κορδόνι.
Κινήθηκε με χάρη στο δωμάτιο.
Έκανε το καθημερινό της πρωινό συμμάζεμα πριν το μαγείρεμα.
Μάζεψε τα ρούχα που βρίσκονταν στην άκρη του κρεβατιού και τα έφερε κοντά στο πρόσωπό της.
Η μυρωδιά του καπνού και του θαλασσινού αλατιού είχε ποτίσει το ύφασμα.
Αναδυόταν ,όμως, και η μυρωδιά του νησιού, μαζί με αυτή της καθημερινότητας, του κορμιού που δουλεύει.
Κατευθύνθηκε προς το μαγειρείο της.
Της άρεσε να μαγειρεύει. Να αναμειγνύει υλικά και χρώματα στις κατσαρόλες της.
'Εψαχνε πάντα τα περίεργα, τα φρέσκα και τα λαχταριστά.
Είχαν να το λένε σε όλο το νησί!
Το φαγητό της ήταν νόστιμο και πάντα φροντισμένο.
Ήταν, εξάλλου γι΄ αυτή η αγαπημένη της ώρα της ημέρας.
Έτσι και σήμερα.
''Μια ακόμα μέρα στο δρόμο της μακράς ζωής μου΄΄, σκέφτηκε χαμογελώντας.
Ναι, σήμερα, θα έκανε ένα αξέχαστο φαγητό.
Το πήλινο αγγείο της γέμισε από έναν γλυκό μεζέ. Τα σαλιγκάρια της.
Εκείνα που μάζεψε χθες, μετά την βροχή.
(Ωραία που μύριζε το χώμα, καθώς σιγοτραγουδώντας, μάζευε τα κοχλίδια της!)
'' Δεν θέλουν πολλά υλικά. Μόνο, λίγα για να αναδειχθεί η γεύση τους", μονολόγησε.
Έτσι, έριξε λίγο λάδι, φύλλα δάφνης, στάρι. Λίγους σπόρους. Έπνιξε την κουτάλα της στο σκεύος.
Σταμάτησε το ανακάτεμα και έκλεισε τα μάτια. Αφέθηκε στις μυρωδιές και τους ήχους.
Η φωτιά έγλειφε το κάτω μέρος του πηλού, ήρεμα, σχεδόν τρυφερά.
Άκουσε τον ήχο του νερού που άρχιζε να βράζει...
Έμοιαζε με αναπνοή, με δυνατό καρδιοχτύπι.
Κοίταξε για μια στιγμή έξω από το παράθυρό της.
Όλοι οι δρόμοι, που οδηγούσαν στην όμορφη τριγωνική πλατεία του Ακρωτηρίου, ξυπνούσαν αργά.
Οι γείτονες, αγουροξυπνημένοι, κουβαλούσαν αγγεία με νερό,
οι τεχνίτες ανέβαιναν στις σκαλωσιές,
οι γυναίκες τινάζανε υφάσματα στον ήλιο που ανέτειλε.
Η μέρα ξεκινούσε.
Όμως, κάπου, ο αέρας είχε αλλάξει...
Κάτι έτριζε υπόγεια, μια βαθιά φωνή, λες κι ερχόταν από τη γη...
Τα πουλιά πετούσαν χαμηλά, κι ένα σκυλί ούρλιαξε δυνατά.
Και μετά σιωπή, η πιο βαριά μορφή του φόβου.
Εκείνη, σταμάτησε για λίγο.
Το βουητό εντάθηκε, ο άνεμος αγρίεψε, το σπίτι της κουνήθηκε δυνατά από τα συθέμελά του.
Το σώμα της σφίχτηκε καθώς αναγνώρισε τα σημάδια.
Αυτά που της έλεγε η μητέρα και η αρχόντισσα γιαγιά της.
Η διαίσθησή της, τής έλεγε κάτι, που ο νους της δεν τολμούσε ν΄ αρθρώσει σε λέξεις.
Ένιωσε μια πίεση κάτω από τα πλευρά.
Σα να την κοίταζε κατάματα ο ίδιος ο χρόνος...
Κοίταξε τα παιδιά της - δύο - αγόρι και κορίτσι,
που έπαιζαν στη χωμάτινη αυλή με μικρές πήλινες φιγούρες.
Το γέλιο τους έφτανε αχνά στ΄ αυτιά της,
κι εκείνη χαμογέλασε, χωρίς να το συνειδητοποιεί.
'' Όλα θα τελειώσουν σύντομα! '', τούς φώναξε.
Και αμέσως μετά, μια ακόμα δόνηση.
Πιο ισχυρή, πιο απειλητική.
Έριξε τρέμοντας το ύφασμα πάνω από τον ώμο της.
Στράφηκε ξανά στο μαγείρεμα.
Πέρασε το χέρι της στο αγγείο,
το γύρισε απαλά για να μη σπάσει,
ενώ το σπίτι άρχισε να τρέμει ελαφρά..
'Ετρεμε κι εκείνη από προαίσθηση.
Ένας βαθύς ήχος, σαν μακρινό τύμπανο,
έκανε τους τοίχους να αναπνέουν. Έτσι νόμισε.
Ξάφνου, το φως έγινε χάλκινο.
Άκουσε φωνές και ποδοβολητά.
Πράγματι, οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να μαζεύονται ανήσυχοι στους δρόμους.
Βγήκε κι εκείνη στο κατώφλι της.
Κοίταξε ψηλά.
Απόμεινε να κοιτάζει τη γη, τον ουρανό και τη θάλασσα,
χωρίς να ξέρει τι ψάχνει ...
Σκέφτηκε τον άντρα της. Πού να είχε πάει με τη βάρκα; Αργούσε να γυρίσει. Θα τον περίμενε .
Κι έτσι η γυναίκα έμεινε λίγο ακόμη στο σπίτι.
Ήθελε να τελειώσει το φαγητό -
να μη μείνει τίποτα στη μέση,
σα να μπορούσε να καθυστερήσει το τέλος.
Κι όταν το πρώτο σύννεφο στάχτης σκέπασε τον ήλιο,
εκείνη στάθηκε στο ξέφωτο του σπιτιού της με τα χέρια ζεστά από τη φωτιά
- και την καρδιά παγωμένη από το φόβο.
'' Έπρεπε να έχουμε φύγει ", είπε στα παιδιά της που κρατούσε στην αγκαλιά της.
Ύστερα από λίγο η στάχτη έπεσε πάνω στα μαλλιά της και στα μαλλιά τους.
Ένα παχύ στρώμα στάχτης....
Αμέσως μετά την αστραπή...
Η ανάσα της έμεινε μετέωρη, όταν η γη έσπασε κάτω από τα πόδια της και την παρέσυρε στο κενό.
Όλος της ο κόσμος, με μια μόνο ανάσα, δραπέτευε για πάντα.
Κάτω από τη γη,
το αγγείο με τα σαλιγκάρια έμεινε ατόφιο, ολόκληρο.
Το προστάτεψαν οι στάχτες που το έθαψαν.
Βρέθηκε μισογεμάτο αλλά και ραγισμένο,
με λίγη γεύση από ζωή μέσα του.
Η μόνη που διασώθηκε από την τρομερή έκρηξη του ηφαιστείου.
Χιλιάδες χρόνια μετά,
όταν το φως βγήκε ξανά,
δεν φανέρωσε κανένα ανθρώπινο ίχνος, κανένα σημάδι πλάσματος που περπάτησε σε τούτη τη γη.
Μόνο εκείνα τα μικρά, άσωμα σαλιγκάρια,
που είχε μαζέψει με φροντίδα η γυναίκα - που ποτέ δε μάθαμε τ΄ όνομά της -
ήταν τα μόνα πλάσματα που άντεξαν την φλόγα, τη συντριβή και το γκρεμό.
Η προαιώνια, αιγαιοπελαγίτικη μνήμη , κλεισμένη σ΄ ένα πήλινο αγγείο,
που βράζει ακόμα μέσα στη γη....
Και αφηγείται μια τραγική ανθρώπινη ιστορία.
Ποιος ξέρει; Μπορεί να είναι και αυτή.
(Με αφορμή ένα εύρημα από το Ακρωτήρι της Θήρας:
βάση πήλινου αγγείου με σαλιγκάρια στο εσωτερικό του, όπως βρέθηκε στην ανασκαφή.
Σήμερα, εκτίθεται, στο εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο)