Γενάρης, Γιάννης Μόραλης

Ο Γενάρης βρίσκει τον Γιάννη Μόραλη χωρίς προσπάθεια.
Σαν να ανήκουν στην ίδια θερμοκρασία: στη συγκράτηση, στη διαύγεια, στο φως που δεν ζεσταίνει αμέσως, αλλά αποκαλύπτει. Είναι ο μήνας που όλα φαίνονται καθαρά, γυμνά από περιττά στολίδια, όπως και το έργο του.

Ο Μόραλης υπήρξε ένας από τους κορυφαίους Έλληνες εικαστικούς δημιουργούς του 20ού αιώνα. Ζωγράφος, γλύπτης, χαράκτης, ένας καλλιτέχνης που δεν εμπιστεύτηκε ποτέ το εύκολο βλέμμα. Προτίμησε τη σιωπή, το μέτρο, τη διάρκεια.

«Η ζωγραφική είναι άχραντο μυστήριο, όπως ο έρωτας», έλεγε.
Και όπως ο Γενάρης, έτσι και η ζωγραφική του δεν αποκαλύπτεται αμέσως. Δεν εντυπωσιάζει. Δεν εξηγείται. Χρειάζεται χρόνο, όπως το χειμωνιάτικο πρωινό που αργεί να φωτίσει το δωμάτιο.

Οι επιδράσεις ήταν παρούσες, η λαϊκή τέχνη, ο Κόντογλου, ο Τσαρούχης. Όμως τίποτα δεν έμενε αδιύλιστο. Ό,τι δεν ήταν αληθινό, το κατέστρεφε. Το περιγραφικό τον ενοχλούσε. Το περιστασιακό δεν τον αφορούσε. Αναζητούσε το ουσιαστικό, εκείνο που αντέχει στο κρύο του χρόνου.

Στα έργα του οι μορφές απλοποιούνται, καθαρίζουν, συγκρατούνται. Το ανθρώπινο σώμα γίνεται γεωμετρία και η γεωμετρία συναίσθημα. Οι σχέσεις δεν αφηγούνται ιστορίες, υπονοούνται. Όπως τον Γενάρη, τίποτα δεν περισσεύει, τίποτα δεν φωνάζει.

Στο Ζευγάρι (1951), στην Αναπόληση (1959), στις Δύο φίλες (1946) , με πρόσωπα που μοιάζουν να ανήκουν περισσότερο στη μνήμη παρά στον χρόνο, ο Μόραλης ζωγραφίζει εγγύτητες και αποστάσεις. Εκείνη τη λεπτή ισορροπία που θυμίζει την αρχή της χρονιάς: εύθραυστη, σιωπηλή, γεμάτη δυνατότητα.

Το φως δεν πέφτει πάνω στις μορφές του.
Αναδύεται από μέσα τους.
Σαν χειμωνιάτικο φως: χαμηλό, καθαρό, επίμονο.

Και ίσως γι’ αυτό ο Μόραλης ανήκει στον Γενάρη.
Γιατί τα έργα του δεν ζητούν ερμηνεία, ούτε υπόσχονται εύκολη ζεστασιά.
Στέκονται όπως στέκεται η αρχή ενός χρόνου — ψύχραιμα, με μέτρο, με ένα φως λιγοστό αλλά αληθινό, που υπόσχεται διάρκεια.