''Από τον Μπακάκο στο Instagram...''Του Ανδρέα Παπαγεωργίου

Ως τοπόσημο ορίζεται το χαρακτηριστικό σημείο αναφοράς σε μια περιοχή ή έναν τόπο. Πιο συγκεκριμένα, ένα εμβληματικό αντικείμενο στον χώρο, το οποίο χαρακτηρίζει ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό σημείο, μέσω του οποίου ο άνθρωπος έχει στιγματίσει την περιοχή δράσης του και έχει εκφράσει τις βαθύτερες πνευματικές ή  καλλιτεχνικές ανησυχίες του: ένας καθεδρικός ναός, το δημαρχείο ή το δημοτικό σχολείο της πόλης, κληροδότημα του Ανδρέα Συγγρού, το καφενείο της πλατείας, ένας ενετικός πύργος, μια τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική… Η Ελλάδα είναι γεμάτη από τοπόσημα -άλλα φορτωμένα με ιστορία αιώνων, άλλα συνδεδεμένα με την καθημερινότητα και την αστική κουλτούρα, άλλα γεωγραφικά-φυσικά.
Τα τοπόσημα κάποτε είχαν ψυχή. Ήταν μια οθωμανική κρήνη που ψιθύριζε θρύλους, ένας φορτισμένος τόπος εκτέλεσης που επέβαλλε δέος, το ιστορικό φαρμακείο του Μπακάκου στην Ομόνοια ή η Καμάρα, η Αψίδα του Γαλερίου, στη Θεσσαλονίκη, όπου το «θα σε περιμένω εκεί» αποτελούσε συμβόλαιο. Αυτά τα σταθερά «σημεία αναφοράς» καθρέφτιζαν μια κοινωνία δεμένη με τη συλλογική μνήμη, την εντοπιότητα και την ανθρώπινη-διαγενεακή επαφή.
Σήμερα, η αστική μας γεωγραφία έχει αλλάξει ραγδαία, ακολουθώντας τις αξίες του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου: την ταχύτητα, την επίδειξη και την ψηφιακή ορατότητα. Έτσι, μετακινηθήκαμε από το συναίσθημα στο... ανάστημα. Τα νέα μας τοπόσημα (διαβάζουμε τον περήφανο τίτλο στην Athens Voice: «Riviera Tower στο Ελληνικό. Το νέο τοπόσημο της Αθηναϊκής Ριβιέρας στην τελική ευθεία») επενδύουν αποκλειστικά στη λογική του μεγέθους, του επιβλητικού χαρακτήρα και της οικονομικής ισχύος. Κάποιοι πιο επικριτικοί και «καθυστερημένοι» θα σχολίαζαν ότι ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος, εγκλωβισμένος στο κυνήγι της επιτυχίας και της προβολής, δεν αναζητά πλέον την κοινότητα, αλλά το status, τη δημόσια εικόνα και τη δύναμη.
Ίσως. Ίσως και όχι… Κάπως έτσι, όμως, οι ζωντανοί τόποι μετατρέπονται αθόρυβα σε απρόσωπα, «αποστειρωμένα» τοπία. Οι περαστικοί τα προσπερνούν αδιάφορα, με τα μάτια καρφωμένα σε μια οθόνη, πάντα βιαστικοί και αδιάφοροι, σε μια διαρκή κατάσταση συναισθηματικής αποσύνδεσης. Η ιστορική μνήμη θεωρείται πλέον ξεπερασμένη «αποσκευή» (οι δύσπιστοι δεν έχουν παρά να δηλώσουν συμμετοχή σε μια μαθητική εκδρομή -εκδρομή βαφτίζεται στη μαθητική αργκό κάθε επίσκεψη, ακόμη και σε γηροκομείο…)· αυτό που μετρά είναι το εφήμερο και καθηλωτικό παρόν. Η ουσία της εμπειρίας, το βίωμα, θυσιάζεται στον βωμό του τέλειου ψηφιακού «κλικ» για το Instagram. Ακόμη και εξαιρετικά δείγματα σύγχρονης αρχιτεκτονικής, όπως οι Ομπρέλες του Ζογγολόπουλου στη Θεσσαλονίκη, κινδυνεύουν συχνά να υποβαθμιστούν σε ένα απλό, ελκυστικό φόντο για ψηφιακά likes.
Καταλήξαμε να καταναλώνουμε χώρους αντί να τους ζούμε. Αν ένα εντυπωσιακό κτίριο δεν γίνει selfie για να εισπράξει likes, είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ, σαν να μην έχει λόγο να υπάρχει ακόμα. Μετατρέψαμε την ύπαρξή μας σε θέαμα και τα τοπόσημά μας σε backgrounds. Μόνο που -δυστυχώς για τον σύγχρονο ναρκισσισμό μας- τα pixel μιας τέλειας ινσταγκραμικής φωτογραφίας, τραβηγμένης με το νέο iPhone 17 Pro (αγορασμένο με δόσεις), δεν θα αποκτήσουν ποτέ τη ζεστασιά και το βάθος ενός παλιού, αληθινού ραντεβού, που καταγράφηκε με άλλα μέσα (σήμερα αδρανή) και αποθηκεύτηκε με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό «τόπο».
Αναμφίβολα, ως ιστορικές υπάρξεις, ως άνθρωποι με συνείδηση, έχουμε ανάγκη τα βήματά μας στον αστικό ιστό να έχουν ταυτότητα, να συνδέονται με μια εσωτερική γεωγραφία και όχι με μια άσκοπη περιπλάνηση. Τα τοπία πρέπει να ξαναγίνουν τόποι και οι selfies βιώματα. Γιατί ο σύγχρονος ναρκισσισμός μας μπορεί να τρέφεται με pixel και real estate, αλλά η ψυχή μας -κι ας μην το γνωρίζουμε ή ας μην το παραδεχόμαστε -θα αναζητά πάντα τη ζεστασιά και το βάθος ενός γνήσιου, ανθρώπινου «ραντεβού»…