Δεν σου γράφω για να σε εξηγήσω.
Σου γράφω - ή μάλλον στέκομαι απέναντί σου -
γιατί μερικές φωνές δεν αντέχουν
αν δεν τις πλησιάσεις χωρίς επίθετα,
χωρίς σωσίβια,
χωρίς τη βεβαιότητα ότι θα απαντήσουν.
Σε φωνάζω με το μικρό σου.
Όχι από οικειότητα.
Από ανάγκη.
Τα επώνυμα βαραίνουν τις γυναίκες
που έγραψαν με το σώμα τους.
Δεν σου μιλώ για τον θάνατο.
Αυτόν τον έχουν ήδη πει άλλοι,
με τη βιασύνη όσων θέλουν να κλείσουν μια ιστορία
για να μη λερωθούν απ’ αυτήν.
Σου μιλώ για τη στιγμή πριν.
Για το τραπέζι της ημέρας.
Για τη σιωπή που μαθαίνει να αντέχει
πριν η λέξη γίνει λεπίδα.
Στέκομαι μέσα στη φωνή σου,
όπως στέκεται κανείς σε σπίτι που κάηκε
και ακόμα μυρίζει αλήθεια.
Δεν ήσουν σκοτάδι.
Ήσουν ακρίβεια.
Κι αυτό δεν το συγχωρούν.
Σε διάβασα όταν δεν είχα λέξεις
και μου έδωσες μία -
μόνο μία -
αλλά, αρκούσε:
«I am, I am, I am.»
Όχι ως παρηγοριά.
Ως επιμονή της ύπαρξης.
Ως άρνηση να μικρύνεις
για να γίνεις ανεκτή,
να γίνεις περίπτωση,
να γίνεις σύμπτωμα.
Δεν χώρεσες -
κι αυτό
το είπαν ελάττωμα.
Σε ευχαριστώ
που δεν μαλάκωσες τη γλώσσα σου.
Που δεν έκανες την οδύνη διακοσμητική.
Που άφησες τις λέξεις να είναι επικίνδυνες.
Μου έμαθες ότι η ποίηση
δεν είναι καταφύγιο.
Είναι πεδίο.
Και ότι η αλήθεια
δεν υπόσχεται τίποτα.
Μέσα απ’ τις στάχτες της ανάγνωσης
σηκώνεσαι ακόμη -
όχι ως μύθος,
αλλά, ως προειδοποίηση:
«Out of the ash I rise…»
Δεν τελειώνει εκεί ο στίχος.
Ούτε η ανάσα.
Μένεις
σε κάθε γυναίκα που γράφει
χωρίς να ζητά να σωθεί.
Σε κάθε φωνή που τρέμει -
και παρ’ όλα αυτά
δεν υποχωρεί.
Δεν σου γράφω για να σου μιλήσω.
Σε ακούω.
Και αυτό
αλλάζει τα πάντα.