Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν πυξίδα. Άλλοι έχουν άνεμο.
Και υπάρχουν κι εκείνοι που τους κατευθύνουν χέρια.
Εκείνον, τον καθόριζαν τα χέρια.
Από παιδί ακόμη, κάποια χέρια τον κράτησαν όρθιο,
άλλα τον έσπρωξαν να περπατήσει πριν μάθει να ισορροπεί.
Χέρια γονιών που δεν άφησαν ποτέ τον αγκώνα του,
χέρια δασκάλων που χάραξαν μέσα του ευθείες και όρια,
χέρια εραστών που τον γύρισαν προς το φως ή τον έσπρωξαν στο σκοτάδι —
κι εκείνος νόμιζε πως διάλεγε μόνος.
Κανείς δεν τον δίδαξε να σέβεται τον εαυτό του.
Ξέφραγο αμπέλι, συναισθηματικά, κυρίως.
Οι άλλοι αλώνιζαν και όργωναν.
Τον τραβούσαν σε λασπόνερα, σε βράχια, σε πυκνά δάση.
Κι εκείνος ακολουθούσε.
Έβλεπε τα μέρη, μύριζε τα αρώματα,
μα κανένα από αυτά δεν ήταν δικός του προορισμός.
Σερνόταν, ξέπνοος, λαχανιασμένος, διψασμένος.
Ένα χέρι πάντα τραβούσε το δικό του.
Χωρίς αυτό, ακυβέρνητος.
Και τα χέρια,
άλλοτε απαλά, άλλοτε σκληρά,
όριζαν τη φορά του.
Κάποιο τον έσπρωχνε προς το φως,
κάποιο του έκλεινε το στόμα.
Άλλο τον σταμάτησε μπροστά στο κατώφλι του ίδιου του του βήματος.
Κάποιο χαμήλωνε τον ώμο ώσπου να συνηθίσει το βάρος.
Κάποια χέρια δεν χαλάρωναν ποτέ το κράτημά τους —
κι εκείνος νόμιζε πως έτσι είναι το φυσικό,
πως η πίεση σημαίνει οικειότητα,
πως η καθοδήγηση μοιάζει με φροντίδα,
πως το άφημα είναι κίνδυνος.
Νόμιζε.
Και τώρα, κάποιες νύχτες,
νιώθει ακόμη φανταστικά χέρια να αγγίζουν το σώμα του,
να του δείχνουν ποιο βήμα να κάνει,
ποιο να μαζέψει πίσω.
Μα όταν ξυπνά, δεν υπάρχει κανείς.
Μόνο το σώμα του,
ένα σώμα που θυμάται
πως κάποτε το οδηγούσαν
και πως ίσως, πια, δεν χρειάζεται.
Απλώνει το δικό του χέρι.
Όχι για να οδηγήσει.
Όχι για να οδηγηθεί.
Μα για να αγγίξει.
Και το άγγιγμα αυτό —
δικό του, επιλεγμένο, τρεμάμενο —
μένει για λίγο στον αέρα.
Σαν αρχή,
σαν ανάσα,
σαν κάτι που θα μπορούσε να είναι ελευθερία.