Όλοι οι άνθρωποι, τελικά, μοιάζουν με βροχή.
Κάποιοι είναι ψιχάλες. Πέφτουν διακριτικά, δροσιστικά, αναζωογονητικά. Σε ξαφνιάζουν όταν έρχονται κοντά σου. Και όταν σε δροσίζουν με την υγρή παρουσία τους.
Ναι, υπάρχουν βροχές που έρχονται μόνο για να σε αγγίξουν. Δεν ζητούν τίποτα. Δεν βαραίνουν. Σε αφήνουν όπως σε βρήκαν, ίσως λίγο πιο καθαρό.
Άλλοι, πάλι, μοιάζουν με φθινοπωρινή βροχούλα. Ποτιστική, ήρεμη, ρυθμική. Το νερό τους πέφτει σχεδόν προστατευτικά και φτάνει στις ρίζες σου. Κοντά τους αναπτύσσεσαι. Γιγαντώνεις, βγάζεις κλαδιά. Ανθίζεις, καρποφορείς, μεγαλώνεις. Δεν σε αλλάζουν απότομα, σε αφήνουν να γίνεις. Κάποτε, φτάνεις ουρανό…
Κι όμως, υπάρχουν και κάποιοι άλλοι άνθρωποι.
Σωστές καταιγίδες.
Οι άνθρωποι-βοριάδες...
Φυσούν ακατάπαυστα. Η λυσσαλέα πνοή τους έρχεται και καθαρίζει βίαια το τοπίο σου. Θες δε θες, βλέπεις τα πάντα καλύτερα. Στο τέλος, καταλαβαίνεις πως αυτός ο βοριάς φυσάει φιλικά. Ανθρώπινα και συμπονετικά. Αλλάζεις, χωρίς να έχεις διαλυθεί. Ξέρεις πού πατάς. Πού βρίσκεσαι. Ποια κατεύθυνση θα ακολουθήσεις. Ο βοριάς το έχει κανονίσει.
Μακαρίζεις τον εαυτό σου που συνάντησες αυτούς τους ανθρώπους.
Γιατί δεν είναι όλοι οι βοριάδες απειλητικοί, απλά, ορμητικοί.
Από την άλλη, υπάρχουν και κάποιοι βοριάδες θυμωμένοι. Καταστροφικοί. Ανελέητοι. Λυγίζουν κορμιά σαν δέντρα, ψυχές σαν στέγες. Πέφτουν πάνω μας σαν πλημμυρικές βροχές. Τίποτα δεν αφήνουν ίδιο στο πέρασμά τους. Μόνο καταστροφή και διάλυση.
Πώς τους άφησες να μπουν με ανοιχτά παραθυρόφυλλα;
Ναι, υπάρχουν άνεμοι που δεν σε ρωτούν αν αντέχεις.
Και τότε πρέπει απ’ την αρχή να βρεις τη δύναμη. Να ξανασταθείς στα πόδια σου. Να βηματίσεις σαν μωρό ξανά. Να μην τρέξεις. Να συναρμολογήσεις. Να οικοδομήσεις εκ νέου.
Ποτέ δεν ξεχνιέται ο βοριάς όταν έρθει στη ζωή σου. Με τη μία ή με την άλλη μορφή.
Και περισσότερο απ΄όλους, ο έρωτας-βοριάς!
Οι τελευταίοι άνθρωποι της βροχής είναι και οι πιο διαβρωτικοί. Παίρνουν τη μορφή αυτής της ασταμάτητης βροχς, που δεν συνοδεύεται πάντα από κακοκαιρία. Ίσα-ίσα. Μπορεί να έχει λιακάδα. Συχνά ξεγελιέσαι. Είναι σύντομη, λες, θα περάσει. Δεν χρειάζεται να πάρεις ομπρέλα ούτε αδιάβροχο. Βγαίνεις ανυπεράσπιστος και άοπλος στο κατέβασμά της.
Ξανοίγεσαι στον δρόμο, όταν αυτή περονιάζει το δέρμα σου και τα κόκαλά σου. Δεν το καταλαβαίνεις. Κι όμως, έχεις αρρωστήσει. Βαριά. Χρόνια. Ανεπίστρεπτα. Κάποιες φορές δεν γίνεσαι ποτέ όπως πριν.
Τότε, το καταλαβαίνεις καθαρά.
Δεν είναι όλες οι βροχές για να τις περπατάει κανείς.
Δεν είναι πάντα οι δυνατές βροχές που πληγώνουν.
Κάποιες, απλώς, κρατούν πολύ.
Κάποιες σε φθείρουν χωρίς θόρυβο.
Και λες:
μα δεν ήταν δυνατή η βροχή.
Αλλά δεν τη μέτρησα, μάλλον, όπως έπρεπε.
Την υποτίμησα.
Κοιτάς γύρω κι αναρωτιέσαι: τι καιρική συνθήκη είμαστε ο καθένας από εμάς;
Για τον εαυτό μας πρώτα.
Και ύστερα για τους άλλους.
Για τους δικούς μας.
Για τους ξένους.
Πόσο βαραίνουμε.
Πόσο δροσίζουμε.
Πόσο διαβρώνουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε.
Ίσως, κανένας άνθρωπος να μην είναι μία μόνο καιρική συνθήκη.
Ίσως, αλλάζουμε, όπως αλλάζει ο καιρός.
Και το μόνο που μένει…
είναι να μάθουμε να διαβάζουμε τη βροχή …
Και να τη μετράμε…
Πριν αρρωστήσουμε απ’ αυτήν.