Κι εκεί που ξεσκαρτάρεις τα παλιά, κουτιά, αναμνήσεις, άλμπουμ, σκέψεις και φωτογραφίες, σκοντάφτεις σε μια …. συνταγή!
Κιτρινισμένη.
Το φύλλο τραχύ και φθαρμένο.
Τα γράμματα αχνά και θολά.
Κάπου κάπου στη σελίδα προβάλλουν κιτρινισμένοι λεκέδες.(Κι όμως, θυμάσαι πώς έγιναν! Το υλικό που τους προκάλεσε!)
Αναγνωρίζεις το τετράδιο που κόπηκε το φύλλο.
Το στυλό που το έγραψε, το χέρι που το κατηύθυνε.
Η εικόνα έρχεται καθαρή μπροστά σου. Δεν είναι παρελθόν, πια. Είναι παρόν. Η ανδρική φιγούρα καθισμένη σε γνώριμο μέρος, γράφει με προσήλωση.
Αποτυπώνει τη συνταγή στο χαρτί, τη θυμάται!
Έχει χρέος να το κάνει.
Χρέος στη γυναίκα και στην εξηντάχρονη κοινή ζωή τους.
Γράφει, καθαρά κι ευανάγνωστα.
Προσέχει πολύ πώς σχεδιάζει τα γράμματα.
Τα φωνήεντα τα περνά γρήγορα. Στα σύμφωνα όμως επιμένει.
«Τα σύμφωνα είναι τα αρσενικά της αλφαβήτου!» ακούγεται η φωνή του στα αυτιά σου! Σαν ηχώ!
Γράφει ωραία ο πατέρας.
Πρώτα το «κάπα», καλλιγραφικό και περήφανο, αρχηγός της λέξης.
Κι εκείνο το «ρο», μην του ξεφύγει η ουρά, και το «ταυ» να βγει ολοκάθαρο.
Καμαρώνει για το «δέλτα» του, όμορφο γράμμα, ψηλόλιγνο, δεσπόζει στη λέξη.
Εξέχει ως πάνω, σκιάζει τα υπόλοιπα γράμματα, σχεδόν τα προστατεύει.
Ανοιγοκλείνεις τα μάτια.
Άγιο πράγμα η Μνήμη.
Και Άγριο. Έχει ανάσα. Και φωνή. Και μυρωδιά…Και μάτια…
Ο άντρας συνεχίζει να γράφει.
Έχει χρέος.
Ζήτημα σπουδαίο να διασωθεί η συνταγή.
Γι΄ αυτόν – και όχι μόνο – η καρυδόπιτα, ήταν αγάπη κι αγκαλιά.
Νοέμβρης και γιορτή.
Φιλί κι ευχή.
Βάζο με λουλούδια.
Μάνα και σπίτι.
Σιρόπι και καρύδι.
Γεύση και μάγουλο.
Χέρια και άγγιγμα.
Στέλλα και Δημήτρης.
Στέλλα και Πάνος.
Στέλλα και Στέλλα.
Μαχαίρι και κουτάλι.
Παιδιά και τρεχάλα.
Τραγούδι και Ρήνα….
Όχι! Η συνταγή πρέπει να μείνει. Να περάσει στα παιδιά. Κρίμα είναι!
Ο άντρας γράφει και γράφει και γράφει… Γράφει επί τρία. Να τη δώσει και στις τρεις κόρες.
«Η συνταγή της μάνας σας. Να το κάνετε το γλυκό! Να τη θυμάστε! Αυτήν και τα άγια χέρια της...»
Νοέμβρη μας την έφερε. Νοέμβρη έφυγε κι η μάνα…
(Νοσταλγίας συνέχεια…)