(Ασπρόμαυρου συνέχεια...)
Μια από τις πιο γνωστές εικόνες του 20ού αιώνα.
Η φωτογραφία της Diane Arbus: το πορτρέτο των Identical Twins, (Νew Jersey 1967), αποτελεί μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές της, όπου εξερευνά τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο όμοιο που, όσο το κοιτάς, αποδεικνύεται απλώς ο προθάλαμος του διαφορετικού.
Με την πρώτη ματιά βλέπεις τα προφανή:
δύο πανομοιότυπα κοριτσάκια, σχεδόν σαν δύο μικρές, άψογες αντανακλάσεις.
Ίδια φορέματα πάνω από τα γόνατα, λευκοί γιακάδες, κορδέλες, ίδιες στάσεις σώματος.
Λευκό φωτεινό φόντο, σκοτεινό δάπεδο.
Και λες: «Μα, γιατί τόση κουβέντα γι΄ αυτήν τη φωτογραφία; Δυο κοριτσάκια, σα δυο σταγόνες νερό».
Όμως, όσο περισσότερο παραμένεις μέσα στο κάδρο, τόσο πιο πολύ το κάδρο σε διαψεύδει. Και σου αποκαλύπτει...
Το κορίτσι δεξιά: πιο φωτεινό, πιο εξωστρεφές.
Το χαμόγελό του ανεβαίνει καθαρά, τα μάτια του κοιτούν ευθεία χωρίς σκιά.
Η κορδέλα του κρατά τα μαλλιά του, μα κάποια τσουλουφάκια ξεφεύγουν, όπως θα ξέφευγε και το ίδιο το σώμα του αν του έδινες ένα δευτερόλεπτο ακόμη.
Τα πόδια της στρέφονται αποφασιστικά δεξιά, προς την έξοδο της εικόνας — σχεδόν την ακούς να λέει: «Τελειώνουμε; Θέλω να τρέξω».
Η αριστερή αδελφή είναι μια άλλη ιστορία.
Τα μάτια της, πεσμένα στις άκρες, κουβαλούν λύπη, καχυποψία ή απλώς ένα βάρος που η ηλικία της δεν εξηγεί.
Το στόμα σφιγμένο, το σαγόνι τεταμένο.
Η κορδέλα αγκαλιάζει το κεφάλι της σφιχτά· τα μαλλιά της αντιστέκονται.
Τα χέρια της αγγίζουν δειλά εκείνα της αδελφής της — σαν να κρύβονται πίσω τους, σαν να ζητούν χώρο ή να ζητούν προστασία.
Τα πόδια ευθεία, αλλά αναποφάσιστα, σαν να μην έχουν αποφασίσει αν θέλουν να μείνουν ή να φύγουν.
Το αριστερό γόνατο, ελαφρώς λυγισμένο μπροστά, κάτι μαρτυρά. Αμηχανία, ανασφάλεια, ντροπή;
Κι έτσι, ενώ στην αρχή μοιάζουν ίδιες, στο τέλος τις βλέπεις όπως είναι:
δύο εντελώς διαφορετικές υπάρξεις.
Μάλιστα, τις φαντάζεσαι σε φυσικό χώρο να κινούνται, να τρέχουν και να γελούν.
Θα τις αναγνώριζες σίγουρα! Η ΄δεξιά΄ θα ήταν γλυκιά, δημοφιλής, ζωηρή.
Η 'αριστερή', θα ακολουθούσε αργά, συστολικά, συνεσταλμένα.
Κι ενώ αναδύεται ζωντανή η εικόνα στο μυαλό σου, ταυτόχρονα, αρχίζουν και οι ερωτήσεις:
Πήραν άραγε διαφορετική πορεία στη ζωή;
Χώρισαν ποτέ;
Τι σημαίνει να μεγαλώνεις μέσα σε μια επιβαλλόμενη ομοιότητα;
Τι κάνει στην ψυχή το να ακούς μόνο πόσο μοιάζεις και ποτέ πόσο διαφέρεις;
Να σκέφτεσαι σαν δύο ή σαν μία;
Να χωράς σε διπλό κάδρο, αλλά να αναπνέεις μόνη;
Ονειρεύονταν μαζί ή μόνες;
Ξανακοιτάζεις τη φωτογραφία και η αυστηρή συμμετρία σχεδόν ασφυκτιά.
Ανάμεσα στις δύο, μέσα στη φαινομενική ομοιομορφία, διακρίνεται το αδιόρατο ρήγμα:
ένα άυλο σημείο όπου κατοικεί η μ ο ν α δ ι κ ό τ η τ α. Βρίσκεται εκεί, ακέραιη και αδιατάρακτη.
Κι ναι, εκεί, μέσα σε ένα κλικ, η Arbus τις έκανε αθάνατες μα, και ορατές!
Με έναν τρόπο που οι ίδιες δεν ζήτησαν,
μα, ίσως — μέσα από αυτή την παράξενη, τραυματική, τρυφερή γεωμετρία —
να τους χαρίστηκε για πάντα κάτι που ως τότε δεν τους είχε ειπωθεί:
ότι καθεμία τους, ακόμη και δίπλα στην άλλη,
ήταν πάντα ολόκληρη.