Η βία έχει μάθει να κρύβεται καλά.
Ζει στη σκιά κι ακονίζει τη σκέψη με τα μαχαίρια της.
Ήσυχα. Ύπουλα. Κυριαρχικά.
Ζει στις σιωπές, στα κεφάλια που σκύβουν, στα λόγια που δε λέγονται, στο σάλιο που καταπίνεται, στα χέρια που κλείνουν στην παλάμη τον τρόμο τους, στα μάτια που χαμηλώνουν.
Κοιμάται στις λέξεις, στα γελάκια, στα υπονοούμενα.
Φωλιάζει στα … αθώα σχόλια, στις νουθεσίες. Στα υποτιμητικά βλέμματα, στους υπαινικτικούς μορφασμούς.
Ξεφαντώνει στα ανέκδοτα…
Επιδεικνύεται στην οθόνη…
Κι όταν βρυχάται, θηρίο ανήμερο, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο, από να της ανοίξουμε δρόμο να περάσει. Και καμωνόμαστε τους έκπληκτους και τους απορημένους.
Κι όμως, εμείς τη θρέψαμε. Την νταχταρίσαμε. Την κανακέψαμε. Την κρυφοκαμαρώσαμε. Όλοι μας. Ανεξαιρέτως.
( Η Κυριακή ήταν 28 χρονών και φοβισμένη.
Είχε λόγο. Δικαίως φοβόταν. Δεν την πίστεψαν.
Μαχαιρώθηκε μέχρι θανάτου.
Πέντε φορές.
Στην καρδιά.
Εκεί που φώλιαζε ο φόβος της.
Για την Κυριακή Γρίβα.