Την Άνοιξη το Άουσβιτς μοιάζει ειδυλλιακό. Καταπράσινα λειβάδια το περιβάλλουν. Η φύση οργιάζει από ομορφιά και χάρη.
Όλα αυτά μέχρι το σοκ της ξενάγησης.
Όταν σκέφτεσαι ότι περπατάς εκεί που συντελέστηκε μια σφαγή-στίγμα του 20 ου αιώνα.
Πάνω από 1 εκατομμύριο άνθρωποι, εξοντώθηκαν μαζικά, βιομηχανικά…
Αυτό το σύστημα των ναζιστικών στρατοπέδων παραμένει ένα Unicom ως προς το εύρος και τον χαρακτήρα.
Ποτέ και πουθενά δεν έσβησαν τόσες ζωές σε τόσο σύντομο χρόνο με έναν τόσο ακριβή συνδυασμό τεχνολογικής εφευρετικότητας, φανατισμού και ωμότητας.
Ακούς την ξεναγό, μια Πολωνή που ζει στην Ελλάδα , να μιλά ήρεμα, σχεδόν ιερά, αλλά, αφηγείται τη …φρίκη.
Μιλάει με νούμερα…
3500 βαλίτσες
40 κιλά γυαλιά
460 τεχνητά μέλη
Δύο τόνοι ανθρώπινα μαλλιά…
Κοιτάς δίπλα σε μια προθήκη υπάρχουν χαριτωμένα παιδικά ρούχα.
« Κανένα παιδί κάτω των 14 δεν επέζησε στο Αουσβιτς», ακούς
Φεύγεις, αλλά εκείνο το ρουχαλάκι σε καλεί: « Όταν τελειώσει ο πόλεμος μη με ξεχάσεις…»
Περπατάς. Ακολουθείς στα παιδιά, τους μαθητές σου.
Κοιτάς τα μάτια τους. Προσέχεις το βάδισμά τους.
Μόνο με τη δικαιοσύνη της νιότης τους, αντέχεις όσα ακούς και βλέπεις.
Δεν το ξέρουν, αλλά αυτά είναι το στήριγμά σου…
Δε ρωτάει κανείς τίποτα. Λες λίγα και εξηγείς ακόμα λιγότερα.
Φεύγουμε όλοι αμίλητοι.
Ακούς τον εαυτό σου να λέει:
«Συνέβη, επομένως, μπορεί να ξανασυμβεί. Αυτή είναι η ουσία των όσων έχουμε να πούμε.»
Ένα μελαχρινό αγόρι σε περιμένει χαμογελαστό στην έξοδο. Ξέρω πως με ψάχνει. Του χαμογελάω κι εγώ.
Τρέχουμε να ενωθούμε πάλι με την ομάδα…