[ένα παραληρηματικό δοκίμιο περί φωτός] Φάος, φόως, φῶς. Φῶς οὐράνιον, φῶς αἰθέρος. Προαιώνιο, άναρχο, υπερβατικό και γήινο, ζωικό: ζώειν καί ὁρᾶν φάος ἡελίοιο. Αντίπαλο του θανάτου: ἐξ Ἅιδου πρός φῶς ἀναπέμπειν. Δισυπόστατο, αρχετυπικά απειλούμενο: κατά φάος καί νύκτας. Φάος οἴχετ’ ὑπό ζόφον. Εωσφόρος, Φωσφόρος και Έσπερος∙ Αυγερινός και Αποσπερίτης∙ λυκαυγές και λυκόφως.
Πάροχος και εγγυητής τάξης και αρμονίας: τό φῶς κόσμον παρέχει. Ευφροσύνη, σωτηρία, χαρά κι ελπίδα, νίκη και δόξα. Φάος καρδίας. Φως μου! Φως της καρδιάς μου! Φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου!
Το φῶς τῆς ἀληθείας.
Αποκαλυπτικό∙ του έξω και του μέσα χώρου: Άστραψε φως κι εγνώρισε ο νιος τον εαυτό του.
Φυσικό, τεχνητό, άπλετο, σκληρό, απαλό, αμυδρό, διάχυτο, εκτυφλωτικό φως. Η όραση: ποιος τυφλός δε θέλει το φως του; Ακτίνα φωτός. Φέρνω ή βγάζω κάτι στο φως. Φως φανάρι. Η γνώση, η σοφία∙ λέμε: ζητάω τα φώτα κάποιου. Ή: προσφεύγω στα φώτα της επιστήμης.
Φώτα αόρατα σ’ εμάς, αλλά ορατά σε άλλα πλάσματα, μέλανα, που ωστόσο ακτινοβολούν.
Κοσμογονικό φως: Πρώτο δημιούργημα του κόσμου, κυρίαρχο και απαραίτητο στη ζωή, σύμβολο και σημείο συνάντησης υπερβατικού όντος και ανθρώπου. Γεννηθήτω φῶς! Αφετηρία κάθε γέννησης, κάθε δημιουργίας, σωματικής, ψυχικής και πνευματικής: Στην αρχή το φως και η ώρα η πρώτη που τα χείλη ακόμη στον πηλό δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου.
Φως και ζόφος ή γνόφος, πυκνό σκοτάδι ή βαθύ ημίφως, αδιαπέραστο και γεμάτο μυστήριο∙ αβεβαιότητα, ασάφεια και σύγχυση: καὶ τὸ ὄρος ἐκαίετο πυρὶ ἕως τοῦ οὐρανοῦ, σκότος, γνόφος, θύελλα, φωνὴ μεγάλη.
Το έξω και το μέσα φως. Δυισμός και ενότητα. Το αληθινό φως και η ψευδαίσθηση του φωτός. Το φως του ήλιου, που καταυγάζει, και το φως του πυρός που δημιουργεί σκιές, ψευδαισθήσεις, πλήθος οπτικές απάτες, που δεν γίνονται αντιληπτές ή, αντίθετα, που κλονίζουν τις βεβαιότητές μας για το αξιόπιστο των αισθήσεων.
Φως: Μυθολογική κι επιστημονική σκέψη.
Η Ηώ, η Αυγή, ροδοδάχτυλη, χιονοβλέφαρη, λευκή και χρυσοπέδιλη, πετώντας με τα φτερά της ή οδηγώντας το άρμα της, αναδύεται από τον Ωκεανό και απωθεί τη νύχτα, απλώνει το φως πάνω από στεριές και θάλασσες, χύνει απ’ το κανάτι της δροσιά, αφυπνίζει φυτά και ζώα, θεούς και ανθρώπους, και ανοίγει το δρόμο στην επέλαση του Ήλιου, του φτερωτού θεού με τα χρυσά βέλη, που ταξιδεύει στον ουρανό απ’ την ανατολή προς τη δύση πάνω σ’ ένα άρμα από φωτιά.
Επικίνδυνο φως: αποκοτιά∙ αλαζονεία και μέθη. Η μοίρα του Φαέθωνα, που αμφιβάλλοντας αν είναι γιος του Ήλιου, ζητά απ’ το θεό να του επιτρέψει να κρατήσει για μια μόνο μέρα τα χαλινάρια των φτερωτών αλόγων του και να οδηγήσει το πύρινο άρμα του. Αλλά τα άλογα ξεχύνονται και καλπάζουν άτακτα, σε άγνωστους δρόμους, ο Φαέθων βλέπει τη γη ψηλά απ’ τον αέρα να χάνεται πέρα στο βάθος και τα μάτια του, ενώ βρίσκεται μέσα στο άπλετο φως, σκεπάζονται με σκοτάδι. Δεν ανασαίνει πια, παρά καυτό ατμό, όμοιο με αέρα που βγαίνει από βαθύ καμίνι. Το άρμα του Ήλιου, ακυβέρνητο, πλησιάζει απειλητικά τη γη, σπέρνοντας παντού φωτιά. Ο Δίας, για να προλάβει την καταστροφή, τον γκρεμίζει μ’ έναν κεραυνό στον Ηριδανό ποταμό.
Το φως κατά την επιστήμη είναι δισυπόστατο: συμπεριφέρεται και ως σωματίδιο και ως κύμα. Το φως είναι κυρίως ενέργεια. Κατά τη δημιουργία του σύμπαντος, λέει η θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης, παγιδεύτηκε από την ύλη. Ωστόσο κατάφερε ν’ απελευθερωθεί από τον εναγκαλισμό αυτό και να συνεχίσει το ταξίδι του μέχρι το άδηλο τέλος του σύμπαντος ή μέχρι την εξαφάνισή του στο αδυσώπητο κάποιας μαύρης τρύπας.
Φως υπερβατικό, υπέρλογο, μεταφυσικό: Το άκτιστο φως. Όσοι το βλέπουν, βιώνουν τη θεία παρουσία, φωτίζονται κι έρχονται σε ένωση μαζί του. Αυτό το θεϊκό φως ταυτίζεται με το σκοτάδι, καθώς υπερβαίνει τ’ ανθρώπινα μέτρα των αισθήσεων. Ο θείος γνόφος ισοδυναμεί με μια υπερβολή φωτοχυσίας, που είναι αδύνατο να γίνει αντιληπτή από τα ανθρώπινα αισθητήρια, όπως αναλογικά το γυμνό μάτι αδυνατεί να κοιτάξει τον ήλιο.
Το φως, λοιπόν, έχει τη δική του διαλεκτική ενότητα, η παρουσία ή η απουσία του εκφράζει την ύπαρξη και τη σύζευξη των αντιθέτων. Ημέρα και νύχτα, δημιουργία και καταστροφή, ζωή και θάνατος, κατάφαση και άρνηση, χαρά και λύπη, ευτυχία και θλίψη, ελπίδα κι απελπισία, καλό και κακό. Η ζωή μάς εμπιστεύεται τα μυστικά της κι εμείς, οι θνητοί, επιλέγουμε και συντασσόμαστε. Η σιωπηλή ουδετερότητα συνιστά συνενοχή, είναι σκοτάδι.
Αγγελικό και μαύρο φως∙ φως και σκότος. Το ένα υπάρχει μέσα στο άλλο, τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή. Η διττή φύση της ανθρώπινης ύπαρξης. Κι ο άνθρωπος κίχλη, αδύναμο πουλί, ταξιδεύει στην ψυχή και στα βάθη της γνώσης του εαυτού του και του κόσμου της φύσης, για να βρει την ανθρωπινότητά του, την ανθρώπινή του ταυτότητα στο φως. Ένα ταξίδι που αξίζει να γίνει στα βάθη της ουσίας των πραγμάτων με το νου ή στους μυχούς της ψυχής μέσω της αγάπης.