🎨 Mark Rothko (1903–1970)

O Mark Rothko είναι ένας Νοέμβριος από μόνος του.

Όχι με τη βροχή, αλλά με εκείνη τη βαθιά, εσωτερική μελαγχολία του φωτός που σβήνει αργά.
Οι πίνακές του δεν απεικονίζουν τίποτα, κι όμως κουβαλούν όλη τη σιωπή και την ένταση του ανθρώπου που κοιτά μέσα του.
Ζωγράφιζε μεγάλες επιφάνειες χρώματος — στρώσεις πάνω σε στρώσεις, σαν αναπνοές.
Τα έργα του μοιάζουν με παράθυρα: όχι προς τον κόσμο, αλλά προς το άγνωστο που έχουμε μέσα μας.
Κόκκινα, πορφυρά, καφετιά, ώχρες — χρώματα φθινοπωρινά, σχεδόν πνευματικά. 
Το βλέμμα χάνεται μέσα τους και, για λίγο, μοιάζει να αιωρείται.
Ο Rothko ήθελε ο θεατής να στέκεται πολύ κοντά στους πίνακές του — τόσο που να βυθίζεται μέσα στο χρώμα.
Έλεγε πως ήθελε να ζωγραφίζει “τη θλίψη, την έκσταση, τον θάνατο”.
Αυτός είναι ο Νοέμβριος του: μια έκσταση της σιωπής.
Είναι το κόκκινο, που θυμάται ακόμη τη φλόγα του καλοκαιριού.
Είναι το φως που χαμηλώνει, αλλά, δεν υποχωρεί.
Είναι ο μήνας που το φως δεν μπαίνει από το παράθυρο,
αλλά αναδύεται από μέσα.
Στους πίνακες του Rothko —
το χρώμα δεν απλώνεται, κυριαρχεί.
Σε τυλίγει, σε καθρεφτίζει,
σε αναγκάζει να δεις χωρίς μάτια.

Αυτό είναι το φως του Νοεμβρίου —
δεν φωτίζει τον κόσμο,
μα τον εσωτερικό του χάρτη.
Είναι ένα φως καθυστερημένο,
ένα φως που γυρίζει πίσω από τα πράγματα
για να βρει τι απέμεινε ζωντανό.