Πρώτα καθόταν αναπαυτικά στην κόκκινη καρέκλα μπροστά από το μικρό μπαλκόνι. Προτιμούσε να την χαϊδεύει ο γλυκός μεσημεριάτικος ήλιος, είχε και ησυχία εκείνη την ώρα. Απολάμβανε τη μοναξιά της. Το ήξερα, την είχε συντροφιά. Μετά, γυρνούσε προσεκτικά το κεφάλι προς τα κάτω. Τα μακριά άσπρα μαλλιά άγγιζαν το στέρνο της. Βουτούσε το χέρι της στο ποτήρι με το στυμμένο λεμόνι, έτριβε πρώτα τις παλάμες της και μετά τα μαλλιά της. Ανάσαινε αυτάρεσκα! Μοσχοβολούσε ο τόπος! Στη συνέχεια, αναζητούσε στα δεξιά την ξεδοντιασμένη κοκάλινη τσατσάρα της κι άρχιζε το χτένισμα. Με ευλάβεια…Από την άκρη του λυγισμένου σβέρκου, σε όλο το κεφάλι. Με το ένα χέρι χτένιζε, με το άλλο χάιδευε. Χτένιζε και χάιδευε, χάιδευε και χτένιζε… Μετρούσα σιωπηλά τις φορές. Επτά δεξιά, επτά αριστερά, επτά κέντρο. Η ίδια κίνηση. Αργή και βασανιστική. Το κεφάλι πάντα κάτω, σκυμμένο και τα λιγοστά μαλλιά της να ακουμπούν στο στέρνο. Τα χέρια της, αν και υπάκουα, τρεμάμενα. Γερά, δουλεμένα κι ευέλικτα. Κι η ξεχασμένη βέρα στο δεξί παράμεσο, ακολουθούσε τις κινήσεις της, αν και μου φαινόταν πως έχανε πια το χρώμα της.
Η ποδιά της, μαύρη κι ατσαλάκωτη, σκέπαζε τα πόδια της ως κάτω. Πέφταν λίγα μαλλιά από το χτένισμα πάνω της, καθάριζε κι η ίδια όσα μάζευε η τσατσάρα. Πότε πότε, τα δάκτυλα κατέβαιναν κι έψαχναν τις τρίχες στην κούρμπα της ποδιάς. Τις έκανε μπάλα και τις έβαζε στο κέντρο της μπόλιας της. Οι κινήσεις επαναλαμβανόμενες. Σαν ιεροτελεστία.
Όταν πια ήταν σίγουρη πως είχε καλοχτενίσει τα μαλλιά της, άφηνε την τσατσάρα στο τραπεζάκι στα δεξιά της. Ύστερα σήκωνε το κεφάλι ψηλά, περήφανα, ενώ το πρόσωπο με τα κλειστά μάτια, καλυπτόταν από τα μαλλιά της. «Γριά γυναίκα κι έχει μακριά μαλλιά!», σκεπτόμουν
Όμως, εκείνη απτόητη. Με το δείκτη από το δεξιό της χέρι, ευθυγράμμιζε από το πηγούνι, στη μύτη και ίσια καταπάνω, έκανε τη χωρίστρα με το δάχτυλο. Ολόισια! Χαμογελούσε!
Τότε, άνοιγε και τα μάτια της κι έβλεπα το ψυχρό γκρίζο βλέμμα να είναι καρφωμένο μπροστά, κάπου απροσδιόριστα. Ύστερα, έφτιαχνε τις κοτσίδες της. Χώριζε σε τρία ίσια μέρη τα μαλλιά ανάμεσα στα δάκτυλα, έκλεινε τα μάτια κι έπλεκε με σβελτάδα. Αφού τελείωνε, σήκωνε ταυτόχρονα τις δυο κοτσίδες και τις ένωνε στο κέντρο του κεφαλιού. «Μα, μεγάλη γυναίκα και κάνει κοτσίδες, σαν κοριτσόπουλο», μουρμούριζα.
Ξαναχαμογελούσε στα κρυφά. Στο τέλος έριχνε από πάνω τη μαύρη πλερέζα που ποτέ και σε καμία περίπτωση δεν την έβγαζε. Κάλυπτε και το στεφάνι και τα μαλλιά. «Γιατί χτενίζεται τόση ώρα, αφού κανείς δε θα τη δει;», αναρωτιόμουν.
Η τυφλή γιαγιά μου, μάζευε τις τριχομπαλίτσες από την ποδιά της και τις έκρυβε στο τούλι που είχε στο τραπεζάκι δίπλα της. «Κρίμα να σας πετάξω», τους έλεγε και έκρυβε το θησαυρό της μέσα στο συρτάρι. Και λίγο πριν εξαφανιστώ κι εγώ αθόρυβα, γυρνούσε προς το μέρος μου: « Νομίζεις πως δεν ξέρω πως με τηράς τόση ώρα; Επειδή δε βλέπω, δε νιώθω κιόλας;» Ντρεπόμουν να παραδεχθώ πως αυτή η σκηνή με γαλήνευε, με καθήλωνε, με συνέπαιρνε… Δεν ήξερα πώς να το δικαιολογήσω! Έτσι, ο δεκάχρονος εαυτός μου της απαντούσε με προσποιητή αυθάδεια: «Ώχου, γιαγιά! Το ξέρεις πως ποτέ δεν άσπρισες, έτσι; Τα μαλλιά σου είναι κόκκινα! Ακόμα! Γι΄αυτό σε κοιτάω!» Κι έφευγα τρέχοντας… {Λες και φεύγει ποτέ κανείς από τον παιδικό εαυτό του}