«Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας: Σαν Ιούλιος που δεν τελειώνει»

Ήταν μια λέξη.
Φωτοτροπισμός.
Η κίνηση προς το φως.
Η φυσική τάση ενός ζωντανού οργανισμού να στρέφεται προς την πηγή που τον φωτίζει.
Τη συνάντησα κάποτε και την κράτησα.
Ίσως γιατί ένιωσα πως δεν αφορούσε μόνο τα φυτά.
Υπάρχουν και άνθρωποι που στρέφονται προς το φως.
Το αναζητούν στα πρόσωπα. Στους τόπους. Στην τέχνη. Στις μικρές ιστορίες που κινδυνεύουν να χαθούν.
Κάπως έτσι γεννήθηκε το Φωτοτρόπιο.
Και κάπως έτσι, έναν Ιούλιο, έφτασε εδώ ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας.
Γιατί, αν υπάρχει ένας ζωγράφος που κατάφερε να δείξει πως το φως μπορεί να χτίζει έναν ολόκληρο κόσμο, είναι αυτός.
Στη ζωγραφική του ο ήλιος δεν φωτίζει απλώς.
Τέμνει.
Χωρίζει.
Αποκαλύπτει.
Πέφτει πάνω σε έναν λευκό τοίχο και τον μεταμορφώνει. Γλιστρά στα σκαλοπάτια. Περνά μέσα από τα φύλλα. Σπάει πάνω στους βράχους. Αφήνει πίσω του γεωμετρικές σκιές.
Κι ο τόπος αρχίζει να αλλάζει.
Η Ελλάδα του Γκίκα δεν είναι ακίνητη.
Ακόμη και μέσα στην πιο βαθιά μεσημεριανή σιωπή, όλα μοιάζουν να κινούνται.
Τα σπίτια ανεβαίνουν το ένα πάνω στο άλλο.
Τα δρομάκια στρίβουν και χάνονται.
Οι ξερολιθιές συνεχίζουν τη γραμμή του βράχου.
Τα κλαδιά μπαίνουν μέσα στην αρχιτεκτονική.
Η φύση και ο άνθρωπος έχουν χτίσει μαζί τον ίδιο κόσμο.
Κέντρο αυτού του κόσμου υπήρξε η Ύδρα.
Στο παλιό οικογενειακό σπίτι του νησιού ο Γκίκας έζησε και ζωγράφισε για χρόνια.
Εκεί βρήκε το τοπίο που έμοιαζε να περιμένει το βλέμμα του.
Πέτρα.
Σκαλοπάτια.
Αυλές.
Καφασωτά.
Ξεροί λόφοι.
Θάλασσα.
Και το φως του Αιγαίου.
Ένα φως κάθετο και αμείλικτο, που δεν χαρίζεται στα πράγματα. Τα ξεγυμνώνει και, ύστερα, τα ξαναφτιάχνει από την αρχή.
Ο Γκίκας είχε γνωρίσει στο Παρίσι τον μοντερνισμό και τον κυβισμό.
Όταν επέστρεψε, έφερε μαζί του έναν καινούριο τρόπο να βλέπει.
Δεν ζωγράφισε όμως μια Ελλάδα με ξένη γλώσσα.
Έφτιαξε τη δική του.
Κοίταξε το ελληνικό τοπίο και ανακάλυψε μέσα του μια κρυφή γεωμετρία.
Ίσως γι’ αυτό, μπροστά στους πίνακές του, έχουμε συχνά την παράξενη αίσθηση πως αναγνωρίζουμε έναν τόπο που δεν έχουμε ξαναδεί.
Τον ξέρουμε.
Και ταυτόχρονα τον ανακαλύπτουμε.
Αυτή ήταν και μια από τις μεγάλες αναζητήσεις της Γενιάς του ’30, στην οποία ανήκε.
Να κοιτάξει ξανά την Ελλάδα.
Χωρίς εξιδανίκευση.
Χωρίς γραφικότητα.
Με τα μάτια του σύγχρονου κόσμου, αλλά και με βαθιά γνώση της μνήμης του τόπου.
Ο Γκίκας βρήκε την απάντησή του σε έναν τοίχο.
Σε ένα μονοπάτι.
Στον ίσκιο ενός δέντρου.
Σε ένα σπίτι πάνω στον βράχο.
Το 1961 το σπίτι του στην Ύδρα κάηκε.
Ο τόπος όπου είχε ζήσει, δημιουργήσει και φιλοξενήσει φίλους χάθηκε.
Όμως η Ύδρα είχε ήδη σωθεί αλλού.
Μέσα στους πίνακές του.
Εκεί τα δρομάκια εξακολουθούν να στρίβουν.
Τα καφασωτά να ρίχνουν σκιές.
Τα σπίτια να ανεβαίνουν στους λόφους.
Και ο ήλιος να πέφτει κάθετα πάνω στις πέτρες.
Σαν Ιούλιος που δεν τελειώνει.
Ίσως τελικά κάθε άνθρωπος να έχει τον δικό του φωτοτροπισμό.
Έναν τρόπο να αναζητά το φως.
Ο Γκίκας τον βρήκε στη ζωγραφική.
Κι εγώ, χρόνια αργότερα, κράτησα τη λέξη.
Φωτοτρόπιο.
Μια μικρή κίνηση προς το φως.
Και μια επιθυμία να το μοιράζομαι.
images (5).jpeg 39.73 KB