Εικοσιπέντε του Δεκέμβρη, η Ερμού γεμάτη ανθρώπους, πολυπερπατημένη…τακούνια λεπτά, κοντά, ψηλά, αθλητικά, μπότες, μποτάκια, mules, σκαρπίνια και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς, σουλάτσαραν κάτω από τα φωτισμένα άστρα, τα οποία βρίσκονταν πάνω από τα κεφάλια των περαστικών και δεν ήταν πολύ ψηλά. Πάλι καλά που ήταν και αυτά κάπως κοντά μας και μπορούσαμε να τα πιάσουμε, να αγγίξουμε λίγο φως, να αισθανθούμε λίγο ουρανό! Γιατί αλλιώς… ο ουρανός δεν υπάρχει πια για εμάς… έφυγε, ταξίδεψε και τελικά απομακρύνθηκε έτη φωτός, με αποτέλεσμα να τον ξεχάσουμε και να πάψουμε να ελπίζουμε σε αυτόν. Πώς θα μπορούσαμε άλλωστε, με τόσα που έχουν δει τα μάτια μας… με τόσα που έχει αισθανθεί η καρδιά μας…
Μια κοπέλα στέκεται μπροστά από την Καπνικαρέα, φοράει έναν μεγάλο μαύρο σκούφο, μαύρα γάντια με έξω τα δάχτυλα και σκουλαρίκια σε δυο-τρία μέρη στο πρόσωπο. Όλα αυτά βέβαια είναι απλώς λεπτομέρειες…το πως φαίνεται είναι απλά μια λεπτομέρεια… αυτό που φαίνεται και ακτινοβολεί πραγματικά πάνω της, είναι ο ήχος που εκτοξεύεται, καθώς πατάει τα πλήκτρα του πιάνου. Μια μελωδία μαγική, μια μελωδία εθιστική που εμφυσά σε κάθε περαστικό, την πραγματική μαγεία των Χριστουγέννων!
Η μεθυστική της μελωδία έκανε τα μικρά ποδαράκια της Χριστίνας να χορεύουν σε ξέφρενους ρυθμούς!
« Χριστίνα! Φοράς το καλό σου κόκκινο φόρεμα! Πιο σιγά ! Και έλα να βοηθήσεις τη γιαγιά με το τραπέζι !»
Όσο δελεαστικά και να μύριζε η γαλοπούλα, το σουφλέ και το φρικασέ, τίποτα δεν μπορούσε να απομακρύνει τη Χριστίνα από τον χορό, εκτός από τον μπαμπά φυσικά! Ήταν η αδυναμία της και τον έκανε φυσικά ό,τι ήθελε! Δεν της χαλούσε ποτέ χατίρι και η μαμά φώναζε: «Άσε και τίποτα ανικανοποίητο! Δεν θα την μαζεύουμε στην εφηβεία!». Εκείνος όμως στο τέλος πάντα έλεγε: « Ό,τι θέλει η πριγκίπισσα!»
Η μικρή, λοιπόν, τον έψαχνε για λίγο και ανησυχούσε που δεν κατάφερνε να τον βρει μέσα στην πολυκοσμία του σογιού: Θείοι, θείες, ξαδέλφια, ο παππούς να διηγείται τα κατορθώματα της νεότητάς του με εξαιρετικό στόμφο… και εκεί στο βάθος, ο πατέρας καθόταν στην αγαπημένη του πολυθρόνα και χάζευε τη φωτιά που έκαιγε. Ανακουφισμένη έτρεξε στην αγκαλιά του, η οποία ήταν το πιο ασφαλές σημείο του κόσμου!
Ύστερα τραγούδησαν όλοι μαζί τα κάλαντα, καθώς η θεία τα έπαιζε στο πιάνο και στη συνέχεια κάθισαν όλοι γύρω από το τραπέζι . Η γιαγιά με τα ακούραστα χέρια ξεκινούσε ευλαβικά να γεμίζει όλα τα πιάτα και τα ρούχα της μύριζαν πάντοτε πράσινο σαπούνι. Άρεσε στην Χριστίνα τόσο πολύ αυτή η μυρωδιά, που δεν μπόρεσε να την ξεχάσει ποτέ. Πόσο ευτυχισμένη ένιωθε στα γιορτινά τραπέζια! Δεν της έλειπε κανένας! Όλοι όσοι αγαπούσε βρίσκονταν γύρω από αυτά. Δεν χρειάζονταν τίποτα παραπάνω. Τους είχε όλους ! Μακάρι όλη μας η ζωή να είναι ένα γιορτινό τραπέζι με όλους όσους αγαπάμε, είχε σκεφτεί κάποτε! Δυστυχώς όμως η ζωή είναι απρόβλεπτη και τα γιορτινά τραπέζια μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε μοναχικά τραπέζια… όπως το τραπέζι της κυρίας Χριστίνας, περίπου εξήντα χρόνια μετά από αυτό που μόλις είχε ονειρευτεί.
Τότε άνοιξε τα μάτια της απότομα! Η μεθυστική μουσική της μουσικού την ξύπνησε κάπως απότομα. Και τότε συνειδητοποίησε πως πια δεν υπάρχει η μυρωδιά του σαπουνιού της γιαγιάς, ούτε τα μαλώματα της μαμάς και φυσικά το καταφύγιο της αγκαλιάς του μπαμπά δεν υπήρχε εδώ και πολλά χρόνια! Παρόλα αυτά δεν τα ξέχασε ποτέ! Ένιωθε σαν να ήταν χθες που φορούσε το κόκκινο φουστανάκι της και κάθονταν με όλα της τα αγαπημένα πρόσωπα γύρω από το τραπέζι. Όμως τα ζαρωμένα της χέρια μαρτυρούσαν τα χρόνια που είχαν περάσει…
Χωρίς να το πολυσκεφτεί, ξεκίνησε τις προετοιμασίες για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Για ποιόν όμως τα μαγείρευε όλα αυτά… σκέφτηκε σε μια στιγμή απελπισίας. Σε μία στιγμή απόλυτης μοναξιάς. Μόνο εκείνη και ο άντρας της ζούσαν πια στο σπίτι. Οι κόρες της είχαν μετακομίσει πολλά χρόνια στο εξωτερικό, είχαν κάνει δικές τους οικογένειες και ούτε που θυμόταν πόσα χρόνια είχαν να κάνουν όλοι μαζί Χριστούγεννα. Το Χριστινάκι της άραγε πόσο θα είχε μεγαλώσει ; Από το καλοκαίρι είχε να το δει. Δεν βαριέσαι, σκέφτηκε, ας μην τα σκέφτομαι και βρίσκομαι και σε κρίσιμη ηλικία.
Και τότε… άκουσε το κουδούνι.
«Χριστίνα περιμένεις κανένα;»
« Όχι καλέ μου ποιόν να περιμένω! Δες σε παρακαλώ ποιος είναι!»
«Παππού!» φώναξε δυνατά μια γλυκιά φωνή.
« Χριστινάκι; Μα τι έκπληξη είναι αυτή!»
Η κυρία Χριστίνα τα έχασε! Δεν πίστευε στα αυτιά της, για αυτό βγήκε από την κουζίνα, για να αντικρίσει με τα μάτια της , τις κόρες της, τους γαμπρούς της και φυσικά … το Χριστινάκι της! Η καρδιά της πλημμύρισε από ευτυχία. Δεν ήταν όλα τόσο απαισιόδοξα όσο αισθάνονταν, σκέφτηκε. Το Χριστινάκι ήταν όμορφο σαν κούκλα μέσα στο κόκκινο φουστανάκι της. Κάτι της θύμισε… εκείνο το φόρεμα που της είχε πάρει δώρο ο μπαμπάς κάποια Χριστούγεννα…
« Καλά Χριστούγεννα μαμά! Και σου υπόσχομαι ποτέ ξανά χωριστά!»
Νικόλ Καστόρα