739774054_2092356395499739_1884437532367647461_n.jpg96.68 KB(Τα λουλούδια που φύτρωσαν πάνω στην πληγή)
Φρίντα,
φορούσες λουλούδια στα μαλλιά.
Μεγάλα. Κόκκινα. Κίτρινα. Ροζ.
Έπλεκες κορδέλες στις κοτσίδες σου. Φορούσες μακριές φούστες, κεντημένες μπλούζες, βαριά κοσμήματα. Στόλιζες το σώμα σου με χρώματα.
Το σώμα που σε είχε προδώσει τόσο νωρίς.
Ή μήπως δεν σε πρόδωσε ποτέ;
Ίσως απλώς σου έμαθε έναν διαφορετικό τρόπο να υπάρχεις μέσα του.
Γεννήθηκες το 1907, στο Κογιοακάν του Μεξικού, στο Γαλάζιο Σπίτι. Εκεί άρχισαν όλα. Και εκεί, σαράντα επτά χρόνια αργότερα, τελείωσαν.
Στα έξι σου χρόνια αρρώστησες από πολιομυελίτιδα. Το ένα σου πόδι έμεινε πιο αδύναμο. Τα παιδιά σε κορόιδευαν.
Άραγε τότε άρχισες να φτιάχνεις την εικόνα σου;
Πότε αποφάσισες ότι το βλέμμα των άλλων δεν θα όριζε τον τρόπο που θα έβλεπες εσύ τον εαυτό σου;
Στα δεκαοκτώ σου ήρθε το ατύχημα.
Το λεωφορείο στο οποίο επέβαινες συγκρούστηκε με ένα τραμ. Μια μεταλλική χειρολαβή διαπέρασε το σώμα σου. Η σπονδυλική στήλη, η λεκάνη, τα πλευρά και το πόδι σου τραυματίστηκαν βαριά.
Ακολούθησαν νοσοκομεία.
Εγχειρήσεις.
Γύψινοι κορσέδες.
Ακινησία.
Και πόνος.
Πολύς πόνος.
Πώς καταλάγιαζες τον πόνο, Φρίντα;
Τι σκεφτόσουν τις ατελείωτες ώρες της ακινησίας;
Τι επιθυμούσες;
Να περπατήσεις;
Να χορέψεις;
Να αγαπηθείς;
Να γίνεις μητέρα;
Ή απλώς να σηκωθείς ένα πρωί από το κρεβάτι χωρίς να πονάς;
Πάνω από το κρεβάτι σου τοποθετήθηκε ένας καθρέφτης.
Και άρχισες να ζωγραφίζεις το πρόσωπο που έβλεπες απέναντί σου.
Το δικό σου.
Ζωγράφισες τον εαυτό σου ξανά και ξανά.
Όχι όμορφο με τον τρόπο που απαιτούσε η εποχή.
Όμορφο με τον δικό σου τρόπο.
Με τα πυκνά φρύδια ενωμένα. Με το ελαφρύ χνούδι πάνω από τα χείλη. Με ένα βλέμμα σταθερό, σχεδόν αδιαπραγμάτευτο.
Κι όμως ήσουν μια όμορφη γυναίκα, Φρίντα.
Μια γυναίκα με ισχυρή παρουσία και ερωτισμό.
Ενέπνευσες πάθη. Ερωτεύτηκες και σε ερωτεύτηκαν.
Άντρες.
Γυναίκες.
Καλλιτέχνες.
Πολιτικοί.
Άνθρωποι που συνάντησαν μια γυναίκα καθηλωμένη συχνά σε κρεβάτια και κορσέδες και, ταυτόχρονα, αδύνατον να καθηλωθεί.
Διέλυσες πολλά από τα δεδομένα της εποχής σου.
Το σώμα σου είχε τραυματιστεί, αλλά δεν παραιτήθηκες από την επιθυμία.
Αγάπησες τον Ντιέγκο Ριβέρα.
Τον μεγάλο ζωγράφο των τοιχογραφιών.
Ήταν είκοσι χρόνια μεγαλύτερός σου. Ογκώδης, διάσημος, χαρισματικός και άπιστος.
Παντρευτήκατε το 1929.
Χωρίσατε.
Και ξαναπαντρευτήκατε.
Ένας έρωτας που δύσκολα χωρούσε στις συνηθισμένες λέξεις.
Ο Ντιέγκο σε πλήγωσε πολλές φορές. Η σχέση του με την αδελφή σου, την Κριστίνα, άνοιξε μια από τις βαθύτερες πληγές.
Πώς συγχωρείται κάτι τέτοιο, Φρίντα;
Συγχωρείται;
Ή μήπως υπάρχουν άνθρωποι από τους οποίους απομακρυνόμαστε και άνθρωποι από τους οποίους, όσο κι αν φύγουμε, κάτι μέσα μας παραμένει δεμένο;
Κι εσύ αγάπησες.
Τον φωτογράφο Νίκολας Μάρεϊ.
Τον Λέον Τρότσκι, που βρήκε καταφύγιο στο Μεξικό.
Και γυναίκες, σε μια εποχή που η γυναικεία επιθυμία έπρεπε να μένει σιωπηλή.
Δεν τη σιώπησες.
Δεν έκρυψες τη ζωή κάτω από την αρρώστια.
Στη Σπασμένη Στήλη άνοιξες το σώμα σου στα δύο. Στη θέση της σπονδυλικής στήλης έβαλες μια ραγισμένη κολόνα. Γέμισες το δέρμα σου καρφιά.
Και ζωγράφισες δάκρυα στο πρόσωπό σου.
Στο Πληγωμένο Ελάφι, έβαλες το κεφάλι σου πάνω στο σώμα ενός ελαφιού χτυπημένου από βέλη.
Κι όμως το ελάφι στέκεται ακόμη στα πόδια του.
Εσύ ήσουν αυτό το ελάφι, Φρίντα;
Στο Νοσοκομείο Χένρι Φορντ, ζωγράφισες την αποβολή σου.
Το αίμα.
Το κρεβάτι.
Το σώμα.
Και το παιδί που δεν ήρθε.
Ήθελες πολύ να γίνεις μητέρα;
Πόσες απώλειες μπορεί να χωρέσει ένα σώμα πριν αρχίσει να τις ζωγραφίζει;
Στις Δύο Φρίντες κάθισες δίπλα στον εαυτό σου.
Η μία με ευρωπαϊκό φόρεμα.
Η άλλη με την ενδυμασία Τεουάνα που αγαπούσες.
Οι καρδιές τους είναι εκτεθειμένες. Μια αρτηρία τις ενώνει.
Η μία κρατά το χέρι της άλλης.
Ίσως τελικά αυτό να έκανες σε ολόκληρη τη ζωή σου.
Κρατούσες το χέρι του εαυτού σου.
Κι ύστερα υπήρχαν τα χρώματα.
Το μπλε.
Το πράσινο.
Το κίτρινο.
Το κόκκινο.
Οι μαϊμούδες. Οι παπαγάλοι. Τα φύλλα. Οι καρποί. Οι κάκτοι. Οι ρίζες.
Και τα λουλούδια.
Πάντα τα λουλούδια.
Τα φορούσες στα μαλλιά σου σαν στέμμα.
Στόλιζες το σώμα που σε βασάνιζε.
Άραγε το αγαπούσες;
Το μισούσες;
Το συμπονούσες;
Ή μήπως όλα αυτά μαζί;
Στα τελευταία χρόνια της ζωής σου η υγεία σου χειροτέρεψε. Οι εγχειρήσεις συνεχίστηκαν. Το δεξί σου πόδι ακρωτηριάστηκε.
Το 1953 έγινε η πρώτη ατομική σου έκθεση στο Μεξικό.
Οι γιατροί σου είπαν να μείνεις στο κρεβάτι.
Και εσύ πήγες στην έκθεση με το κρεβάτι.
Έφτασες με ασθενοφόρο.
Σε μετέφεραν μέσα.
Και έμεινες ξαπλωμένη ανάμεσα στους πίνακές σου, στους φίλους, στους ανθρώπους που είχαν έρθει να σε δουν.
Ακόμη και τότε.
Με ένα σώμα εξαντλημένο.
Ήσουν παρούσα.
Τι δύναμη ήταν αυτή, Φρίντα;
Ήταν δύναμη;
Ή μήπως ήταν απλώς η ακόρεστη επιθυμία σου για ζωή;
Λίγο πριν από το τέλος ζωγράφισες καρπούζια.
Κόκκινα.
Ώριμα.
Ανοιχτά.
Γεμάτα ζωή.
Και πάνω τους έγραψες:
Viva la Vida.
Ζήτω η ζωή.
Πέθανες το 1954, στο Γαλάζιο Σπίτι όπου γεννήθηκες.
Έμειναν οι πίνακες.
Τα φορέματα.
Τα κοσμήματα.
Οι κορσέδες.
Τα γράμματα.
Οι έρωτες.
Τα χρώματα.
Και τα λουλούδια στα μαλλιά σου.
Θα ήθελα να σε ρωτήσω τόσα πολλά, Φρίντα.
Για τον πόνο.
Για τον Ντιέγκο.
Για τα παιδιά που δεν γεννήθηκαν.
Για τους ανθρώπους που αγάπησες.
Για εκείνους που σε πρόδωσαν.
Για το σώμα σου.
Κι όμως, αν καταργούσα για λίγο τα όρια του χρόνου και μπορούσα να σε συναντήσω, ίσως να μη σε ρωτούσα τίποτε.
Ίσως να καθόμουν απέναντί σου και να κοιτούσα τα λουλούδια στα μαλλιά σου.
Κι εσύ, νομίζω, θα με κοίταζες λίγο αυστηρά.
«Μη με κοιτάς με λύπη», θα μου έλεγες.
«Δεν έζησα μια θλιμμένη ζωή. Έζησα μια δύσκολη ζωή. Είναι άλλο πράγμα».
Κι εγώ θα σου έλεγα:
Το ξέρω.
Γι’ αυτό ήρθα.
Γιατί κι εγώ άργησα να καταλάβω πως άλλο η πληγή κι άλλο η ζωή που χτίζεται γύρω της.
Θα χαμογελούσες.
Ίσως να άναβες τσιγάρο.
Και ύστερα θα μου έλεγες:
«Πέρασες πολλά χρόνια προσπαθώντας να καταλάβεις τους άλλους. Τώρα κοίτα εσένα».
Θα αντιδρούσα.
Θα σου έλεγα πως δεν είναι ακριβώς έτσι.
Πως θέλω να καταλαβαίνω. Πως παρατηρώ. Πως αναζητώ τις αιτίες.
Και εσύ θα γελούσες.
«Ζωγράφιζα τον εαυτό μου επειδή ήταν εκείνος που γνώριζα καλύτερα. Εσύ γιατί κοιτάζεις ακόμη τόσο πολύ τους άλλους;»
Εκεί ίσως να σιωπούσα.
Και μετά θα σε ρωτούσα αυτό που πραγματικά θέλω να ξέρω.
Φρίντα, πώς γίνεται να πονάς και να φοράς λουλούδια;
Πώς γίνεται να προδίδεσαι και να ερωτεύεσαι ξανά;
Να γνωρίζεις την απώλεια και να εξακολουθείς να επιθυμείς;
Να σου αφαιρούν ένα κομμάτι από το σώμα και εσύ να στολίζεις το υπόλοιπο;
Θα με κοιτούσες.
«Επειδή το λουλούδι δεν ακυρώνει την πληγή», θα μου έλεγες.
«Και η πληγή δεν έχει δικαίωμα να ακυρώσει το λουλούδι».
Αυτό θα ήθελα να ακούσω από σένα, Φρίντα.
Και τότε ίσως να σου έλεγα κι εγώ κάτι.
Ξέρεις, Φρίντα, εμένα πάντα με συγκινούσαν οι άνθρωποι που έκαναν κάτι με την απώλεια.
Όχι εκείνοι που την ξεπέρασαν.
Αυτή η λέξη ποτέ δεν μου άρεσε.
Εκείνοι που της έδωσαν ένα άλλο σχήμα.
Ένα βιβλίο.
Έναν πίνακα.
Ένα σπίτι.
Έναν κήπο.
Μια ιστορία.
Κάτι που να λέει: πέρασε από εδώ η ζωή και άφησε σημάδι.
Θα σου μιλούσα για τις γυναίκες που κουβαλώ μέσα μου.
Για εκείνες που έχασαν.
Για εκείνες που περίμεναν.
Για εκείνες που έμειναν σιωπηλές.
Για μια γυναίκα που γέννησε παιδιά και τα αποχαιρέτησε το ένα μετά το άλλο.
Θα σου έλεγα πως προσπαθώ να γράψω τη ζωή της.
Και νομίζω πως τότε θα σοβάρευες.
«Γράψε τη», θα μου έλεγες.
«Αλλά μη γράψεις μόνο όσα έχασε. Γράψε τι φόρεσε μια Κυριακή. Τι μαγείρεψε. Πότε γέλασε. Ποιον αγάπησε. Τι χρώμα είχε το σπίτι της. Οι γυναίκες δεν είναι μόνο όσα άντεξαν»