''... Κι έγινε η μνήμη μας καημός κι ο μαχαλάς πατρίδα..."
Όσες φορές κι αν πας "απέναντι", όσες κι αν ταξιδέψεις, πάντα τα ίδια νιώθεις. Διασχίζοντας τη θάλασσα που ενώνει τις ακτές του Αιγαίου, ανυπομονείς, καρδιοχτυπάς. Επιστρέφεις. Περνάς από τόπους γνώριμους, από τοπωνύμια που τόσες φορές συνάντησες στα διαβάσματά σου, Τσεσμέ, Βουρλά, Αλάτσατα...
Διασχίζεις τη χερσόνησο της Ερυθραίας.Καταλήγεις στη Σμύρνη. Μεγαλούπολη, πολύβουη, φανταχτερή, σύγχρονη, φωνακλού. Απλώνεται στη θάλασσα κι εκτείνεται σε βάθος χιλιομέτρων στη στεριά. Την αναγνωρίζεις χωρίς να την ξέρεις. Την ανακαλείς στη μνήμη σου χωρίς να την έχεις ζήσει.
Ακολουθείς βαριεστημένα το "γκρουπ" κι επισκέπτεσαι τα συνηθισμένα: εκκλησία του Αγίου Βουκόλου, το Παρθεναγωγείο, το σιδηροδρομικό σταθμό Αϊδινίου, το Καρατάσι, την πλατεία Κονάκ, το Ρολόι...
Συνεχίζεις στους μαχαλάδες. Εκεί σκιρτάς. Ψάχνεις εναγωνίως ίχνη, αποτυπώματα... Κάτι που να σε συνδέει με το παρελθόν. Η φωνή της ξεναγού φτάνει τσιριχτή στα αυτιά σου. Δε βγάζεις νόημα. Είναι τα λόγια της στεγνά, ξερά, προσχηματικά, ψυχρά.
Στα δεξιά σου, προβάλλει η Πούντα, η ελληνική συνοικία. Ξεχωρίζει από τα σπίτια με το χαρακτηριστικό Χαγιάτι ή Σαχνισί, όπως είναι και το σωστό. Παρατηρείς τους αρχαίους μαιάνδρους στα υποστυλώματα, όπως επίσης και κάποιες παράταιρες πινακίδες που σε προσκαλούν:
" I kebab"!
Την ξεναγό πια δεν την ακούς, βλέπεις μόνο πώς κουνά τα χέρια της και πώς πετάγονται οι φλέβες στο λαιμό της.
Κοιτάς εκεί που δείχνει. Είναι το ελληνικό προξενείο, ένα ταπεινό και όμορφο νεοκλασικό κτίριο στο οποίο θροΐζει ντροπαλά η ελληνική σημαία.
Κοιτάς κάτω. Πατάς στην προκυμαία της Σμύρνης, την επονομαζόμενη Kordon. Βλέπεις τα στρογγυλά, καλογυαλισμένα βότσαλα. Πόσο ιδανική και γαλήνια δείχνει!
Βηματίζεις γρήγορα, αποσπάσαι από το "γκρουπ". Πια, ούτε βλέπεις ούτε ακούς τους συνταξιδιώτες σου. Κοιτάς απέναντι. Κάπου εκεί ήταν το Κορδελιό.
Ζέστη! Κλείνεις τα μάτια. Στο μυαλό σου έρχεται εκείνος ο Άγγελος με το σβησμένο πρόσωπο από τον Άγιο Βουκόλο. Πώς να ήταν άραγε τα μάτια του;
Κι εκεί ακριβώς ταξιδεύεις μέσα σου, στις δικές σου μνήμες, στη δική σου Σμύρνη... Αυτή που έμαθες από τη Διδώ Σωτηρίου, το Φώτη Κόντογλου, τον Κοσμά Πολίτη, τον Ηλία Βενέζη, τη Φιλιώ Χαϊδεμένου...
"..Είδε κι έπαθε ο πρόσφυγας ν' απαλλαγεί από τ' όνειρο του γυρισμού...", σου λένε.
Φεύγεις. Ξέρεις, όμως, πως θα ξαναγυρίσεις. Άλλωστε, ποτέ δε φεύγεις οριστικά.
Τρέχεις να συναντήσεις τους άλλους και σιγοψυθυρίζεις τους στίχους του Σεφέρη: